Η πρώτη αντίληψη ότι μια σύγκρουση με το Ιράν θα οδηγούσε σε μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη των αμερικανικών και ισραηλινών δυνάμεων αποδείχθηκε ένα στρατηγικό λάθος. Παρά τις υψηλού προφίλ επιθέσεις για την εξόντωση ηγετικών στελεχών και τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, η αναμενόμενη λαϊκή εξέγερση και η κατάρρευση του καθεστώτος δεν πραγματοποιήθηκαν. Αντ' αυτού, προδιαγράφεται ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς – ένα σενάριο που είναι εγγενώς πιο δύσκολο να διεξαχθεί και σημαντικά πιο δύσκολο να ελεγχθεί. Ξαφνικά, το αποτέλεσμα αυτού του πολέμου είναι λιγότερο προβλέψιμο και οι κίνδυνοι επέκτασής του σε περιφερειακή σύγκρουση πολύ πιο πραγματικοί. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα είναι πολύ μεγαλύτερες. Ιδιαίτερα για την Κύπρο, οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι ακόμα δυσκολότερες λόγω γεωπολιτικών αντιφάσεων και συγκρούσεων.
Καθώς ο πόλεμος μετατρέπεται από μια σειρά διαρκών εκατέρωθεν συγκρούσεων σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, η παγκόσμια γεωπολιτική αρχιτεκτονική θα αντιμετωπίσει τη σοβαρότερη δοκιμασία των τελευταίων δεκαετιών. Οι οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις που θα προκύψουν δημιουργούν ένα φαινόμενο πιέσεων που απειλεί να επαναπροσδιορίσει το τοπίο της ασφάλειας στη Μεσόγειο, με την Κυπριακή Δημοκρατία να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας επερχόμενης καταιγίδας.
Ο παγκόσμιος οικονομικός αντίκτυπος και το «πολεμικό premium»
Η συνέχιση των εχθροπραξιών έχει αποσταθεροποιήσει θεμελιωδώς τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και μεταφορών. Η στοχευμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας σε «στρατηγικά σημεία» από το Ιράν –κυρίως στο Στενό του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ στην Ερυθρά θάλασσα– έχει εισαγάγει ένα πολεμικό premium στο διεθνές εμπόριο. Η αλλαγή της διαδρομής των πλοίων γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας δεν είναι πλέον μια προσωρινή παράκαμψη, αλλά ένα μόνιμο διαρθρωτικό κόστος, που λειτουργεί ουσιαστικά ως παγκόσμιος φόρος που θα εμποδίζει την ανάπτυξη.
Σε αντίθεση με τη σύντομη μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια των επιθέσεων του περασμένου Ιουνίου 2025, το τρέχον περιβάλλον είναι διαρθρωτικά υποβαθμισμένο. Το αργό μπρεντ, που στις αρχές Ιανουαρίου ήταν στα 59 δολάρια, έχει εκτοξευθεί στα 80 δολάρια στις αγορές εμπορευμάτων μελλοντικής εκπλήρωσης, με πιθανότητα περαιτέρω εκθετικής αύξησης σε περίπτωση που οι φρουροί της επανάστασης του Ιράν επισημοποιήσουν το κλείσιμο του στενού. Επιπλέον, η ακύρωση της κάλυψης του πολεμικού κινήτρου από τις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη την εμπορική διακίνηση, απειλώντας με πλήρη παράλυση των παραδοσιακών γραμμών εφοδιασμού.
Επιπλέον, η επανεκκίνηση του πληθωρισμού θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τα υψηλά επιτόκια έκτακτης ανάγκης, καθιστώντας πιο δύσκολη τη χρηματοδότηση των υπερβολικών ελλειμμάτων και χρεών.
Η στρατηγική υπέρβαση της Ευρώπης
Για την Ευρώπη, αυτή η παρατεταμένη σύγκρουση αντιπροσωπεύει μια κρίση στρατηγικής υπέρβασης. Ήδη επιβαρυμένη από το δημοσιονομικό κληροδότημα της σύγκρουσης στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάζεται τώρα να εξισορροπήσει τις τεράστιες αμυντικές της δαπάνες με τις ανάγκες του βιομηχανικού της πυρήνα. Στη Γερμανία και την Ιταλία, η συνεχιζόμενη ενεργειακή αστάθεια υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Νομοτελειακά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια σκληρή υπαρξιακή επιλογή: να χρηματοδοτήσουν τη στρατηγική αυτονομία και τον επανεξοπλισμό ή να διατηρήσουν το κοινωνικό οικονομικό τους μοντέλο που στηρίζει τη σταθερότητα της ηπείρου. Αυτή η τριβή θα επιδεινώνει τις εσωτερικές διαιρέσεις, θα απειλεί τη συνοχή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και θα οδηγεί ενδεχομένως σε φυγή κεφαλαίων προς το δολάριο ΗΠΑ και τον χρυσό, δυνητικά υποτιμώντας το ευρώ και επιδεινώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι κίνδυνοι της αλλαγής κατεύθυνσης της εξωτερικής πολιτικής
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η αλλαγή κατεύθυνσης της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας φαίνεται πλέον όλο και πιο επιβαρυντική και αδιέξοδη. Μετά το Κραν Μοντανά, η Λευκωσία επιδίωξε επιθετικά να αποκτήσει «στρατηγικό βάρος» αναλαμβάνοντας ρόλο στην ουσία «προκεχωρημένου φυλακίου» της δυτικής ασφάλειας. Αν και ο στόχος ήταν να αποκτήσει επιρροή και μοχλούς πίεσης έναντι της Τουρκίας και να παρακάμψει τη στασιμότητα του «κυπριακού προβλήματος», και ίσως να το επανατοποθετήσει, στην πραγματικότητα αντάλλαξε τον παραδοσιακό ρόλο του νησιού ως ουδέτερου διαμεσολαβητή με αυτόν κράτους πρώτης γραμμής.
Αυτή η στροφή –που χαρακτηρίζεται από την εμβάθυνση των διμερών αμυντικών δεσμών με τις ΗΠΑ και την προσφορά κυρίαρχων εγκαταστάσεων για περιφερειακή παρακολούθηση και διαχείριση– βασίστηκε στην υπόθεση μιας σταθερής περιφερειακής τάξης και στην ακύρωση της τουρκικής επιρροής.
Μιας εκ των πραγμάτων ριψοκίνδυνης επιλογής. Θα ήταν μια επιθυμητή μετατόπιση αν δεν υπήρχε ο τουρκικός παράγοντας στην όλη εξίσωση, που ειρωνικά είναι ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτή η μετατόπιση. Ωστόσο, στο πλαίσιο ενός παρατεταμένου πολέμου με το Ιράν, αυτή η στάση στερεί την Κύπρο από το καθεστώς της ως «απομονωμένη περιοχή». Απομακρύνοντας τον εαυτό της από τις συνομιλίες και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και δίνοντας προτεραιότητα στη χρησιμότητά της ως στρατηγικού πλεονεκτήματος, η Κύπρος έχει ακούσια προσκαλέσει τους κινδύνους που δεν έχει τη στρατιωτική δύναμη να αποτρέψει.
Το υψηλό κόστος των ασύμμετρων ελιγμών
Η τρέχουσα κρίση έχει αποκαλύψει τους εγγενείς κινδύνους που ενέχει η προσπάθεια ενός μικρού διαιρεμένου, νησιωτικού κράτους να εμπλακεί σε ελιγμούς «μεγάλων δυνάμεων» χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα δεδομένα για να υποστηρίξει τέτοιες κινήσεις. Η Κύπρος έχει αναλάβει το πλήρες φάσμα των περιφερειακών οικονομικών και κινητικών κινδύνων χωρίς την επίσημη προστασία μιας πλήρους συνθήκης συμμαχίας.
Η αποστολή φρεγάτων και πολεμικών αεροσκαφών δεν ανατρέπουν το ισοζύγιο και ενδεχομένως να επιτείνουν την κρίση που έχει δημιουργηθεί. Αυτή η κρίση πρέπει να σημειώσουμε, αφορά την Τουρκία κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως τυχόν κτυπήματα από το Ιράν.
Συμπέρασμα
Καθώς προχωρά το 2026, και εν μέσω μιας περιφερειακής ανάφλεξης, έναντι της οποίας η Κύπρος δεν είναι ουδέτερη, ή δεν εκλαμβάνεται ως ουδέτερη, δεν μπορεί να είναι πυλώνας σταθερότητας όπως διακηρύσσουμε. Η Κυπριακή Δημοκρατία κινδυνεύει να καταστεί ένα κράτος οικονομικά αποδυναμωμένο από μια πιθανή κατάρρευση του τουρισμού και τη φυγή του υπεράκτιου τεχνολογικού της κεφαλαίου σε ασφαλέστερες δικαιοδοσίες. Τελικά, η Κύπρος μπορεί να βρεθεί αναγκασμένη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και μάλιστα σε ευάλωτη θέση. Η συνεχιζόμενη στρατιωτική κλιμάκωση είναι ένας δρόμος που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να διαχειριστεί.
*Ο Ιωάννης Τιρκίδης εναι οικονομολόγος και υποψήφιος βουλευτής Λευκωσίας στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, με το Βολτ Κύπρου.



















