ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Άνοιγμα οικονομίας αλλά πλεονάσματα το 2023

Το Ταμείο Ανθεκτικότητας μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά στις όποιες οικονομικές αδυναμίες προκύψουν

Του Παναγιώτη Ρουγκάλα

Θα αφήσουμε πίσω τα ελλείμματα και θα επιστρέψουμε στα πλεονάσματα, δηλαδή σε εποχές του 2019, μετά το 2023, ενώ σύμφωνα με τα αναθεωρημένα δεδομένα του Προγράμματος Σταθερότητας 2021 – 2024 της Κύπρου η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται στο 3,6% το 2021, στο 3,8% το 2022, στο 3,2% το 2023 και στο 2,8% το 2024. Τη Δευτέρα εγκαινιάστηκε το άνοιγμα της οικονομίας, μετά το τρίτο –και ελπίζοντας το τελευταίο- «lockdown». Αναμένουμε εβδομάδα με εβδομάδα να κινηθεί το «παζάρι» σε όλο το φάσμα της οικονομίας και με την ψυχολογία που είναι βασική παράμετρος επιτυχίας μίας οικονομίας να είναι σε φυσιολογικά -πλέον- επίπεδα.

Οι εμβολιασμοί προχωρούν με αργούς μέν, αλλά με καλούς –υπό τις περιστάσεις- ρυθμούς και δεν θυμίζουν τους ρυθμούς που υπήρχαν το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του τρέχοντος έτους. Το άνοιγμα της οικονομίας συμπίπτει χρονικά με το αντίστοιχο άνοιγμα του 2020 μετά το πρώτο «lockdown» και το στοίχημα θα είναι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2021 να είναι καλύτερος από αυτόν που κατεγράφη τα αντίστοιχα τρίμηνα του 2020. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας κατά το τρίτο τρίμηνο του 2020 ήταν αρνητικός και υπολογίστηκε σε -4,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, καθώς ο αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ οφείλετο κυρίως στους τομείς «Ξενοδοχεία και Εστιατόρια», «Μεταποίηση», «Μεταφορές, Αποθήκευση και Επικοινωνίες», «Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο, Επισκευή μηχανοκινήτων οχημάτων», «Τέχνες, Διασκέδαση και Ψυχαγωγία», «Άλλες Δραστηριότητες Παροχής Υπηρεσιών». Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2020 ήταν επίσης αρνητικός και υπολογίστηκε σε -4,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, από τους ίδιους τομείς που προαναφέρθηκαν. Οι περιορισμοί στην διακίνηση των πολιτών καθώς και τα προσωρινά άνοιξεκλείσε των επιχειρήσεων διαφόρων οικονομικών δραστηριοτήτων είχαν άμεσο αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία, αλλά η άρση των περιοριστικών μέτρων οδήγησε σε μερική βελτίωση του ρυθμού ανάπτυξης της Κύπρου. Δεδομένων των στοιχείων που υπάρχουν, δεν υπάρχει σχεδιασμός για κλείσιμο ξανά της οικονομίας και επιβολής άλλων περιοριστικών μέτρων, με μόνη παράμετρο να παραμένει ανοιχτή, να δημιουργηθεί νέα μετάλλαξη του ιού που δεν την αντιμετωπίζουν τα παρόντα εμβόλια, άρα και να υπάρξει – όχι μόνο στην Κύπρο- οικονομικό πισωγύρισμα. Πρόσθετα, αν και η κατανάλωση αναμένεται να επανέλθει, ερωτηματικά προκύπτουν για τα επίπεδα απασχόλησης στα προ κλεισιμάτων επίπεδα. Όποιες αδυναμίες προκύψουν στην «μετά covid19 εποχή», πάντα υπάρχει το εργαλείο του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης που έχει τη δυνατότητα να τις διορθώσει. Αρκεί να μπουν ξεκάθαροι στόχοι και να υπάρξουν προγράμματα τα οποία θα δώσουν ευκαιρία επανεκπαίδευσης και επανένταξης στην αγορά της εργασίας και των νέων δεδομένων (retraining). Ζήτημα εξάλλου δεν είναι να δίνονται επιδόματα, αλλά η επανένταξη προσωπικού.

 

 

Μερική στήριξη έως 2024

Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29 Απριλίου 2021 σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου που λαμβάνει υπόψη τους βασικούς προσανατολισμούς πολιτικής που παρέχονται στην Ετήσια Έρευνα Βιώσιμης Ανάπτυξης, ο συνολικός αντίκτυπος του πακέτου στήριξης για ρευστότητα, μέτρα πολιτικής, υγεία, στήριξη επιχειρήσεων και εργασία, ανήλθε σε περίπου 2,6 δισ. ευρώ. Ο πραγματικός δημοσιονομικός αντίκτυπος του πακέτου ανήλθε στο 3,6% του ΑΕΠ, ενώ το 2021, καθώς συνεχίζει να ισχύει μια σειρά μέτρων στήριξης, ο δημοσιονομικός αντίκτυπος εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 3,4% του ΑΕΠ. Η εφαρμογή ορισμένων μέτρων επεκτείνεται δε, έως το 2022-2024, όπως το σύστημα επιδότησης επιτοκίου και το πρόγραμμα έκπτωσης φόρου για εθελοντική μείωση ενοικίου. Προχωρώντας στον ορίζοντα προβλέψεων του Προγράμματος Σταθερότητας του ΥΠΟΙΚ, το γενικό δημοσιονομικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2021 θα παραμείνει σε έλλειμμα περίπου 4,7% του ΑΕΠ, το 2022 αναμένεται να μειωθεί σημαντικά στο 0,9% του ΑΕΠ και θα περάσουμε σε πλεονάσματα το 2023 και το 2024, σημειώνοντας 0,1% και 1,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα.

Αναφορικά με το ποσοστό ανεργίας το 2020, όπως μετρήθηκε από την έρευνα για το εργατικό δυναμικό, ανήλθε σε μέσο όρο 7,6%, καταγράφοντας αύξηση 0,5 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2019. Η ανεργία των νέων ήταν κατά μέσο όρο στο 18,2%, σε σύγκριση με 16,6% το 2019, ενώ η μακροχρόνια ανεργία ήταν κατά μέσο όρο στο 2,1%, ενώ απομένει αμετάβλητη σε σύγκριση με το 2019. «Η σύνθεση της ανεργίας δείχνει ότι οι νέοι και μακροπρόθεσμα η ανεργία εξακολουθούν να παραμένουν οι κύριες προκλήσεις της αγοράς εργασίας, αλλά με ενθαρρυντικά σημάδια μείωσης», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Η ανεργία των νέων κορυφώθηκε το 2ο τρίμηνο του 2013 φτάνοντας σε ποσοστό περίπου 40% του εργατικού δυναμικού και ακολούθησε κατηφορική διαδρομή από τότε. Ομοίως, η μακροχρόνια ανεργία ανήλθε στο 7,7% το 2014.

Το δημόσιο χρέος

Όσον αφορά στα τα του δημοσίου χρέους, στο τέλος του 2020 ανήλθε σε περίπου 118,2% του ΑΕΠ ή 24,8 δισ. ευρώ, αυξάνοντάς το κατά 24 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2019, όταν το χρέος προς το ΑΕΠ ανήλθε στο 94% το οποίο σε απόλυτους αριθμούς αντιστοιχούσε σε 20,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέχρι το τέλος του 2021 το ΥΠΟΙΚ αναφέρει πως το χρέος προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί στο 112%, παρά τη συνεχή δημόσια υποστήριξη με μέτρα για την οικονομία που θα εκτείνονται έως τον Ιούνιο του 2021, λόγω των δράσεων μείωσης του χρέους και τις βελτιωμένες μακροοικονομικές συνθήκες. Το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,6% και ο αποπληθωριστής ΑΕΠ κατά 1,2%, αποδίδοντας αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ περίπου 4,9%. Μέχρι το τέλος του ορίζοντα πρόβλεψης, δηλαδή το 2024, αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω.

Ισχυρές προοπτικές το 2022 - 2024

Στη μεσοπρόθεσμη περίοδο 2022- 2024 όπως καταγράφεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, οι προοπτικές της οικονομίας αναμένονται να είναι ισχυρές με την αύξηση των προοπτικών ανάπτυξης. Το μακροοικονομικό περιβάλλον αναμένεται να συνεχίσει να βελτιώνεται και να διατηρεί την οικονομία της Κύπρου υγιή με τις επενδύσεις και την εγχώρια ζήτηση να είναι οι κύριοι μοχλοί ανάπτυξης. Οι καταναλωτικές δαπάνες θα συνεχίσουν να έχουν θετική συμβολή στην ανάπτυξη και θα παραμείνουν ισχυρές αλλά με επιβράδυνση σε σύγκριση με το 2021, λόγω της βελτίωσης των εξελίξεων στην απασχόληση και της καλύτερης πρόσβασης στη χρηματοδότηση, αντί μίας αύξησης μισθών.

Από το 2022 και μετά, η εξωτερική ζήτηση θα γίνει πιο σημαντική καθώς ο τουρισμός σταδιακά θα ανακτήσει τη χαμένη δυναμική του, ενώ οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν σύμφωνα με την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις βελτιωμένες προσδοκίες σχετικά με επενδυτικές ευκαιρίες στους τομείς της ενέργειας και του τουρισμού, δημιουργούν μια πολλά υποσχόμενη προοπτική για την κυπριακή οικονομία. Σύμφωνα με το ΥΠΟΙΚ, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται να επιταχυνθεί σε περίπου 3,8% το 2022 λόγω βελτιωμένων τουριστικών επιδόσεων, υψηλότερης ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω της συνεχούς βελτίωσης των επιδόσεων στην αγορά εργασίας και λόγω βελτιωμένων επενδύσεων. Στη συνέχεια, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 3,2% το 2023 και 2,8% το 2024, όπου ο τουριστικός τομέας προβλέπεται να επιστρέψει στα επίπεδα του 2019.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Ρουγκάλα

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση