ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η Σιμόν που έγινε Μποβουάρ

«Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη ζωή και στη φιλοσοφία. Κάθε βήμα που κάνουμε στη ζωή είναι μια φιλοσοφική επιλογή», γράφει η Σιμόν ντε Μποβουάρ

Γράφει η Εύη Μαλλιαρού

«Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη ζωή και στη φιλοσοφία. Κάθε βήμα που κάνουμε στη ζωή είναι μια φιλοσοφική επιλογή», γράφει η Σιμόν ντε Μποβουάρ στα ημερολόγιά της. Η Κέιτ Κερκπάτρικ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο βιβλίο της «Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ – Μια ολόκληρη ζωή» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη, εκδ. Μεταίχμιο) αντλεί υλικό από πηγές, όπως τα ημερολόγια και οι αδημοσίευτες επιστολές της Γαλλίδας διανοούμενης που ήρθαν στο φως μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Εδώ, τα γραπτά αυτά συμπληρώνουν την αυτοβιογραφία της, δείχνοντας την «ιστορία που δεν αποκάλυψε η ίδια». Επειδή ο σεξισμός, ασυνείδητος ή ενσυνείδητος, είχε διαποτίσει τα πάντα στην εποχή της, το πνευματικό ανάστημα της Μποβουάρ παρέμενε στη σκιά του Σαρτρ.

Με το έργο της διατράνωσε ότι αληθινά ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει να είναι ακόλουθος κάποιου άλλου.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ γεννιέται το 1908 σε μια παριζιάνικη αστική οικογένεια με αριστοκρατικές καταβολές. Η μητέρα της Φρανσουάζ, ευσεβής καθολική, μεγάλωνε εκείνη και τη μικρότερή της αδελφή Ελέν με έναν αυστηρό ηθικό κώδικα που επιβαλλόταν από τους θρησκευτικούς περιορισμούς. Η Σιμόν αφοσιώθηκε στις σπουδές της και παράλληλα έμαθε το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα καλό καθολικό κορίτσι. Εγινε η ευσυνείδητη κόρη που περιγράφει στα απομνημονεύματά της: «Διαμόρφωσα από την αρχή την προσωπικότητα που ήθελα να παρουσιάζω στον κόσμο. Και μου εξασφάλιζε τόσο πολλούς επαίνους και τέτοια ικανοποίηση η προσωπικότητα αυτή, που τελικά ταυτίστηκα με τον χαρακτήρα που είχα κατασκευάσει». Ο πατέρας της Ζορζ, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αντιμετώπισε οικονομική δυσχέρεια. Εστρεψε τη Σιμόν προς τη μόρφωση ώστε να αποκατασταθεί επαγγελματικά, καθώς δεν θα είχε προίκα για να κάνει έναν καλό γάμο.

Τη Σιμόν δεν την ενδιέφερε διόλου η ζωή της συζύγου ή της μητέρας. Αυτό κατέστη ξεκάθαρο πλέον όταν γνωρίστηκε με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Οι δυο τους συμφώνησαν να δουλέψουν δίπλα δίπλα για να προάγουν τις φιλοσοφικές τους ιδέες περί ελευθερίας και η αρχική ερωτική τους σχέση μετατράπηκε σταδιακά σε σχέση βαθιάς φιλίας και θαυμασμού.

Οταν το αριστούργημα του Σαρτρ «Το είναι και το μηδέν» δημοσιεύθηκε το 1943 δέχτηκε κριτική γιατί σκιαγραφούσε ένα πολύ σκοτεινό πορτρέτο της ανθρωπότητας. Η Μποβουάρ, χωρίς πεσιμισμό, υποστήριζε ότι οι άνθρωποι βρίσκουν άλλοθι για να παραιτηθούν μέσα σε οποιασδήποτε μορφής ντετερμινισμό, θρησκευτικό ή κοινωνικοπολιτικό, απαλλάσσοντας εαυτούς από το βάρος της ελευθερίας τους. Το 1946 στο διάσημο δοκίμιό της «Για μια ηθική της αμφισβήτησης» ασκούσε κριτική στους φιλοσόφους για το γεγονός ότι προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από την πραγματικότητα μέσα από τον ορθολογισμό και την παρηγοριά των συστημάτων τους. Η Μποβουάρ πρότεινε μια ηθική που θα εξιχνίαζε την αμφισημία της ανθρώπινης ζωής, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε τι θέλουμε να είμαστε – όχι μια για πάντα, αλλά «στιγμή τη στιγμή για μια ολόκληρη ζωή».

Θέλησε δυναμικά μέσα από τα κείμενά της να μιλήσει για τις γυναίκες, δίνοντας φωνή στη «βιωμένη εμπειρία» τους, καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους ο ρατσισμός και ο σεξισμός είχαν τις ρίζες τους στην κουλτούρα. Αν ίσχυε ότι οι γυναίκες καθορίζονταν από κάποιο βιολογικό, ψυχολογικό ή οικονομικό πεπρωμένο δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Το δίτομο «Δεύτερο φύλο» παρουσιάζει την εκτενή μελέτη για το πώς η γυναίκα εξελίσσεται, υπερβαίνοντας τον εαυτό της ανάλογα με τις δυνατότητές της. Διάσημη είναι η φράση της «δεν γεννιόμαστε γυναίκες, γινόμαστε». Το βασικό της επιχείρημα ήταν ότι οι γυναίκες διαιώνιζαν τις καταπιεστικές δομές τού μη αμοιβαίου έρωτα με την ίδια τη συμμετοχή τους σε αυτόν. Ο κόσμος ήταν δομημένος έτσι που τις έκανε να συγκατατίθενται στην ίδια την καταπίεσή τους ζώντας με διαρκή αυταπάρνηση για χάρη της οικογένειας: «Τη μέρα που η γυναίκα θα μπορέσει να ερωτευτεί με τη δύναμή της και όχι με την αδυναμία της, όχι για να ξεφύγει από τον εαυτό της αλλά για να βρει τον εαυτό της, όχι για να παραιτηθεί αλλά για να επιβεβαιωθεί, μόνο τότε ο έρωτας θα γίνει για αυτήν, όπως και για τον άνδρα, πηγή ζωής και όχι θανάσιμος κίνδυνος». Οι κριτικοί βρήκαν το «Δεύτερο φύλο» σκανδαλώδες. Η γυναίκα αυτή, «θιασώτης του Βάκχου», ήθελε να καταστρέψει τον έρωτα για να διεκδικήσει την ελευθερία της ηδονής. Τη χαρακτήρισαν θλιβερή, γεμάτη πικρία, νευρωτική.

Προτού ακόμη γνωρίσει τον Σαρτρ, η Μποβουάρ με τη σκέψη της είχε πειραματισθεί στα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Σκοπίμως στα μυθιστορήματά της χρησιμοποίησε μια φιλοσοφική τεχνική που ονομάζεται «έμμεση επικοινωνία». Δεν παρουσιάζει στον αναγνώστη μια άμεση οδηγία για το πώς να ζει, αλλά μια «πρωτότυπη επιλογή». Το μυθιστόρημα «Οι μανδαρίνοι» έλαβε το βραβείο Γκονκούρ το 1955. Ηταν η τρίτη γυναίκα που το είχε κερδίσει μετά την καθιέρωσή του το 1903.

Παρόλο που στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είχε πλέον δύο δεκαετιών εμπειρία στο να βλέπει την ευφυή της σκέψη και τη φιλοσοφική της φύση να συμπαρασύρονται ως μέρος του «εφαρμοσμένου υπαρξισμού» του Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπερασπίστηκε σταθερά τις ιδέες της. Με το έργο της διατράνωσε ότι αληθινά ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει να είναι ακόλουθος κάποιου άλλου.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Πολιτισμός: Τελευταία Ενημέρωση