ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 14:54
 

Απόδραση από τα βαρίδια του παρελθόντος

Ο Χάρης Αττώνης και ο Βαλεντίνος Κόκκινος μιλούν στην «Κ» πρωταγωνιστούν στην παράσταση του ΘΟΚ «Δράκαινα» του Δημ. Μπόγρη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ ανεβαίνει η παράσταση «Δράκαινα» του Δημήτρη Μπόγρη, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου, μιας από τις σημαντικότερες σύγχρονες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες, με παγκόσμια καριέρα, αναλαμβάνοντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην «Κ» μίλησαν οι δύο συμπρωταγωνιστές της, οι γιοι της Δράκαινας, Χάρης Αττώνης και Βαλεντίνος Κόκκινος, για τους ρόλους τους, τη συνεργασία τους με τη Λυδία Κονιόρδου και την αξία που μπορεί να έχει σήμερα μία ηθογραφία του 1927. Ο Χάρης Αττώνης σημειώνει για τον ρόλο του: «Είναι ο κάθε σύγχρονος άνθρωπος που φεύγει από το σπίτι, βρίσκει δουλειά σε άλλη πόλη, παντρεύεται, θέλει να κάνει οικογένεια, να ανοίξει το δικό του σπιτικό, να συνδεθεί με ανθρώπους και έννοιες, να ξεφύγει από την καταστροφική μοναξιά του». Ο Βαλεντίνος λέει για τον Κώστα: «Είναι τραυματισμένος και ίσως, στην αρχή του έργου, να είναι παρατημένος από το να διεκδικήσει ξανά τη ζωή, αλλά μόλις παρουσιάζεται ένας στόχος με νόημα, στέκεται στα πόδια του και παλεύει».

–Μία ηθογραφία του 1927, όπως η «Δράκαινα», σήμερα ακουμπάει τις ίδιες χορδές του θεατή όπως τότε;

– Χάρης Αττώνης: Τα έργα, ασχέτως σε ποια εποχή αναφέρονται, είναι σίγουρα επηρεασμένα από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που έζησε ο συγγραφέας. Και για αυτό τον λόγο είναι συνυφασμένα με τα θέματα που απασχολούν το κοινό της εποχής τους, σχολιάζοντας, κρίνοντας, περιγράφοντας και συχνά προκαλώντας τα. Η «Δράκαινα» μιλάει για έννοιες που είναι διαχρονικές, όπως ο έρωτας, οι σχέσεις, τα χρήματα, η εξουσία, η βία, η καταπίεση, η οικογενειακές κρίσεις. Πολύ περισσότερο όμως μιλάει για κάτι οικουμενικό και πανανθρώπινο. Πώς οι άνθρωποι θα συγκρούονται πάντα για ευτελή και ασήμαντα πράγματα και πώς οι ρωγμές στις σχέσεις τους θα σταθούν ικανές να διαλύσουν τις ζωές τους. Και κατά πόσο ουσιαστικότερες έννοιες, όπως η αφοσίωση, η αγάπη και τα όνειρα μπορούν να ανθίσουν και να αφυπνίσουν δηλητηριασμένες ζωές.

– Βαλεντίνος Κόκκινος: Κάθε έργο για να σπάσει τα σύνορα του χρόνου και του τόπου από το οποίο γεννήθηκε θα πρέπει να «μιλάει» ή καλύτερα να βάζει ερωτήματα για τις βαθιές αλήθειες της ζωής και της ύπαρξης. Ο θεατής δεν συγκινείται από κάτι μουσειακό, αλλά από κάτι «ζωντανό». Στη «Δράκαινά» του ο Δημήτρης Μπόγρης πραγματεύεται την αέναη ανάγκη του ανθρώπου να ορίζει ο ίδιος τη μοίρα του κόντρα σε όλους τους δεσμούς. Ο πιο δύσκολος αντίπαλος είναι αυτός που σημαίνει πολλά για εμάς, οι δικοί μας άνθρωποι, η οικογένειά μας. Οι πολύπλοκες και δαιδαλώδεις οικογενειακές σχέσεις μέσα από το πρίσμα της ιδιοκτησίας, της καταγωγής και της αγάπης συγκρούονται και φανερώνονται με την ευχή να προβληματίσουν και να συγκινήσουν, όπως κάθε έργο που έχει κάτι να πει.

–Η μάνα σας από θύμα μεταμορφώνεται τελικά σε θύτη;

«Κάθε έργο για να σπάσει τα σύνορα του χρόνου και του τόπου από το οποίο γεννήθηκε θα πρέπει να «μιλάει» ή καλύτερα να βάζει ερωτήματα για τις βαθιές αλήθειες της ζωής και της ύπαρξης»

–Χ.Α. Η Δράκαινα, η μάνα μας, είναι ένας άνθρωπος που δεν πήρε αγάπη. Μεγάλωσε σε ένα σκληρό περιβάλλον και ο ίδιος της ο πατέρας την «πούλησε» στον άντρα που την παντρεύτηκε, ως προϊόν εκβιασμού. Έναν άντρα που μίσησε και που μαζί του έφερε στον κόσμο δύο γιους. Σύμφωνα με τις περιγραφές της, έναν ανάξιο άντρα και απεχθή, ανίκανο άντρα που λειτουργούσε παρασιτικά. Εκείνη κατάφερε να συντηρεί το σπίτι και να μεγαλώσει την περιουσία της οικογένειας. Μια μητριαρχική φιγούρα, πάσχουσα και βγαλμένη μέσα από τα άδυτα της πατριαρχίας. Αυτό, λοιπόν, την ώθησε να μισήσει τα παιδιά της μιας και στα μάτια τους έβλεπε τον άντρα που της κατέστρεψε τη ζωή. Με κάθε τρόπο προσπάθησε να τα εγκλωβίσει και εν μέρει τα κατάφερε, ακόμα και όταν αυτά προσπάθησαν να ξεφύγουν και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Η Δράκαινα είναι μια ενδελεχής σπουδή για το κατά πόσο η μητρότητα καθορίζει το ποιόν και την ποιότητα των ανθρώπων που αναθρέφει και κατά πόσο είναι στο χέρι μας να παραχαράξουμε δεδομένα που έχουν πια καταγραφεί βαθιά στη συνείδησή μας από τις γονιδιακές απαρχές της ανατροφής μας.

–Β.Κ. Τα όρια του θύτη και του θύματος, νομίζω, δεν είναι τόσο καθαρά και ευδιάκριτα, με την έννοια πως το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Έχω την αίσθηση πως ο συγγραφέας δεν είχε ως πρόθεση να δικαιολογήσει τις πράξεις της Δράκαινας, αλλά να αιτιολογήσει και κυρίως να φανερώσει το πολυσύνθετο του χαρακτήρα της.

–Τι θεωρείτε ότι διακυβεύεται στους ρόλους σας; Η ρήξη με το παρελθόν, η περιουσία, το όνομα;

–Χ.Α. Σίγουρα διακυβεύονται όλα αυτά. Αλλά νομίζω ο ρόλος που υποδύομαι, ο Γιάννης, γόνος μιας μάνας που έχει ριζώσει πάνω στα παιδιά της και στην περιουσία που η ίδια υποστηρίζει ότι της ανήκει, παίρνει τη σημαντικότερη απόφαση για τον ίδιον, να προχωρήσει στη ζωή του, ερχόμενος σε αναγκαστική ρήξη με το παρελθόν του. Αλλά βλέπουμε ότι ακόμα κι έτσι, είναι τόσο εγκλωβισμένος σε αυτό, που νιώθει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την έγκριση και την περιουσία της μάνας. Από τη μία λοιπόν θέλει να απελευθερωθεί από τα δεσμά του παρελθόντος και από την άλλη να πάρει ό,τι του ανήκει. Αυτό είναι και το κλειδί κάθε οικογενειακού βασάνου, η έννοια της ιδιοκτησίας, υλικής ή πνευματικής και ψυχικής. Και αν δεν καταφέρεις να το ελέγξεις, να το αποτινάξεις από πάνω σου σαν ζυγό που σε καταδυναστεύει, εκεί πια κινδυνεύεις να χάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

–Β.Κ. Το πέταγμα. Η πορεία ανάμεσα στον ήλιο και τον αιθέρα. Ένα πουλί που του έκοψαν τα φτερά, που η ίδια η οικογένειά του τα έχει κόψει, δεν παύει να επιθυμεί και να προσδοκεί τη στιγμή που θα ξαναπετάξει.

Το «μη ειπωμένο» είναι πάντα παρόν

–Ο κάθε ήρωας του έργου βιώνει και μια μοναξιά, εγκλωβισμένος στο παρελθόν, ισχύει;

–Χ.Α. Ναι, νομίζω είναι μια τραγωδία για τις ζωές που ποτέ δεν συναντιούνται: άνθρωποι βυθισμένοι στα πάθη και τις αδυναμίες τους, τα τραύματα του παρελθόντος και τις εδραιωμένες αντιλήψεις για τους άλλους, τις σχέσεις και την ίδια την αγάπη. Μέσα σε αυτό το σκοτεινό, δυστοπικό κλίμα, ο δικός μου χαρακτήρας, ο Γιάννης, βιώνει τη μοναξιά του ως κάτι που τον κρατάει μακριά από τη ζωή, τη δημιουργία, τον έρωτα. Και προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά. Μα ακόμα και όταν καταφέρει να αγαπήσει και να παντρευτεί, να συνδεθεί με έναν άνθρωπο και να δημιουργήσει, νιώθει ανίκανος να εμπιστευτεί και επιστρέφει στο σκοτεινό παρελθόν του.

–Β.Κ. Το οξύμωρο σε αυτό το έργο είναι πως όλοι οι χαρακτήρες βιώνουν μια μοναξιά μαζί. Η ιστορία της οικογένειας και κυρίως τα μυστικά της δεν επιτρέπουν στους ήρωες την ανάταση. Το «μη ειπωμένο» είναι πάντα παρόν.

–Χάρη, τι είναι τελικά ο Γιάννης που ενσαρκώνεις;

–Ο Γιάννης, όπως δηλώνει ο ίδιος και οι πράξεις του, θέλει να ξεφύγει από το παρελθόν του, «να κάνει μια δουλειά και να ζήσει σαν άνθρωπος». Είναι ο κάθε σύγχρονος άνθρωπος που φεύγει από το σπίτι, βρίσκει δουλειά σε άλλη πόλη, παντρεύεται, θέλει να κάνει οικογένεια, να ανοίξει το δικό του σπιτικό, να συνδεθεί με ανθρώπους και έννοιες, να ξεφύγει από την καταστροφική μοναξιά του. Και εν μέρει τα καταφέρνει αν και νιώθει πως όλο το οικοδόμημα που θέλει να φτιάξει, εξαρτάται άμεσα από το παρελθόν του, την περιουσία, τις βουλές της μητέρας και εν τέλει του νόμου. Επιθυμεί να ζήσει μια νέα ζωή που ωστόσο πρέπει να βουτήξει μέσα στην παλιά και να την διαλύσει προκειμένου να αναγεννηθεί σαν τον Φοίνικα. Και πάλι, όμως, θα ισορροπεί στο μεταίχμιο, θα επηρεάζεται από τις βουλές της μητέρας, θα δηλητηριάζεται και ίσως το διαταραγμένο, τραυματισμένο κομμάτι που ριζώνει στη βαθιά μοναξιά και αδυναμία να νιώσει αυτοδύναμος, θα τον οδηγεί σε συμπεριφορές ακραίες και επικίνδυνες. Ο άνθρωπος, που δεν τα βρίσκει με τους γύρω του, δεν τα βρίσκει και με τον εαυτό του. Ή το αντίστροφο;

–Βαλεντίνο, είναι ευνουχισμένος ο Κώστας;

–Β.Κ. Ο «ευνουχισμός» έχει την έννοια μιας μόνιμης και ανεπανόρθωτης ζημιάς. Δεν πιστεύω πως ισχύει αυτό στην περίπτωση του Κώστα. Σίγουρα είναι τραυματισμένος και ίσως, στην αρχή του έργου, να είναι παρατημένος από το να διεκδικήσει ξανά τη ζωή, αλλά μόλις παρουσιάζεται ένας στόχος με νόημα, στέκεται στα πόδια του και παλεύει. Με σωστό ή λάθος τρόπο δεν έχει σημασία, αλλά ξαναορθώνεται. Έτσι κι αλλιώς, με το σκοτάδι των οικογενειακών σχέσεων ποιος μπορεί να έρθει αντιμέτωπος και να μη λαβωθεί; Ο πόνος είναι δεδομένος και αναπόφευκτος.

Αφοσίωση και σκληρή δουλειά

–Μιλήστε μου για τη συνεργασία σας με τη Λυδία Κονιόρδου…

–Χ.Α. Αρχικά για μένα ήταν μεγάλη τύχη να βρίσκομαι στην Κύπρο και σε τόσο μικρό διάστημα να συνεργάζομαι δύο φορές με τον ΘΟΚ και μάλιστα σε συνεργασίες και ρόλους που με τιμούν. Η συνεργασία μου με τη Λυδία Κονιόρδου ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Το να έρχεσαι τόσο κοντά με ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην τέχνη τους και αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο στη θεατρική ιστορία του τόπου σου, είναι σίγουρα μεγάλη τιμή και κέρδος. Αλλά για μένα το πιο σημαντικό και συγκινητικό ήταν ότι μετά από χρόνια ολοκληρωτικής αφοσίωσής μου στο θέατρο και συχνά αυταπάρνησης και σκληρής αυτοκριτικής, ένας καλλιτέχνης όπως η Κονιόρδου, με εμπιστεύεται και με επιλέγει να σταθώ δίπλα της, σε έναν τόσο σημαντικό ρόλο, στο εθνικό θέατρο μιας Κύπρου. Και αυτό για μένα ήταν η μεγαλύτερη επιβράβευση. Και την ευχαριστώ.

–Β.Κ. Η Λυδία Κονιόρδου είναι μία πολύπλευρη καλλιτέχνις με τεράστια πείρα. Ένας σκληρός εργάτης της τέχνης με επιμονή στη λεπτομέρεια. Ο ρόλος της δασκάλας είναι κάτι που τη συγκινεί και επιλέγει να αναλαμβάνει. Τα πολλά χρόνια τριβής της με το αντικείμενο αλλά και οι συνεργασίες της με σπουδαίους σκηνοθέτες της επέτρεψαν να έχει «κωδικοποιήσει» τη θεατρική της αντίληψη έτσι ώστε να μπορεί να τη μεταφέρει.

–Τι ήθελε από τους γιους της σκηνοθετικά;

–X.A. Πιστεύω πως ήθελε δύο ανθρώπους που θα την αντιμετωπίζουν με τα ίδια μέσα, τα ίδια όπλα, τους ίδιους τρόπους που τους αντιμετωπίζει και εκείνη. Είναι δημιουργήματά της, άρα, παρά την ευαισθησία τους και τον όποιο ευνουχισμό μπορεί να έχουν υποστεί, ανά πάσα στιγμή μπορούν να μετατραπούν στα γνήσια παιδιά της Δράκαινας, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της και να τη δικαιώσουν, ακόμα και όταν πιάνονται στα χέρια μαζί της. Όσο και να τους ακυρώνει με τον λόγο και τις πράξεις της, τελικά οι γιοι της είναι δημιουργήματά της, ίσως το ίδιο εύθραυστα και το ίδιο ακραία και επικίνδυνα. Και νομίζω, εγώ με τον Βαλεντίνο, από την ακρόαση κιόλας, καταφέραμε να ενωθούμε και να συμπράξουμε σε μια σκηνική σχέση, πέραν της αδελφικής, που περικλείει όλο αυτό το πάθος, του πάσχοντος και του θύτη.

–B.K. Αφοσίωση, συγκέντρωση, σκληρή δουλειά κι έγνοια στη λεπτομέρεια και στο βάθος, στις αντιθέσεις και στην πολυπλοκότητα του χαρακτήρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση

X