ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Βλέποντας τον εαυτό μου σε αναμετάδοση

Ακόμα, κι αν ο πολιτισμός μεταδίδεται προσωρινά διαδικτυακά

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΖΩΗ

Την πρώτη φορά, τις παρακολουθήσαμε λιγάκι αμήχανα. Ή με συγκρατημένη χαρά. Παράξενο πράγμα να στριμώχνονται στην οθόνη σου παραστάσεις ή συναυλίες άλλοτε γεμάτες ακίνδυνους χυμούς και ανάσες. Κι όμως, σύντομα μας πείραζε αν μία συγκεκριμένη, «κατέβαινε» πριν τη δούμε. Δεν ήταν προτεραιότητα, αλλά τις χρειαστήκαμε (και πού είστε ακόμα) τις αναμεταδόσεις εν μέσω πανδημίας. Αφήστε που, μέχρι κι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές τους μπορεί να έκαναν «κλικ» σε ένα βίντεο με τον παλιό τους εαυτό επί το έργον. Τι τους παρακίνησε άραγε, ειδικά αυτούς; Πώς ένιωσαν; Εντόπισαν λάθη; Ποιες μνήμες ανασύρει σε έναν καλλιτέχνη μια παλιά του στιγμή, που ταξιδεύει μέσα από καλώδια και πίξελ;

«Δεν με ένοιαζαν οι ατέλειες. Στο θέατρο δεν επιστρέφεις για να βρεις λάθη. Το θέατρο είναι γεμάτο λάθη και καλά κάνει», λέει στην «Κ» ο Θάνος Τοκάκης, που παρακολούθησε τη διαδικτυακή προβολή της παράστασης «Φορτουνάτος» από το Εθνικό Θέατρο. Το έργο είχε ανεβεί το 2009. Εντεκα χρόνια πριν, δεν είναι λίγα. «Είναι ωραία αίσθηση να σου έρχονται στο μυαλό εικόνες από πρόβες, από ανθρώπους, από τη δική σου ζωή», παρατηρεί ο ηθοποιός. «Είδα την παράσταση αναμνηστικά. Σαν να ανοίγεις ένα φωτογραφικό άλμπουμ».

Οχι πως δεν στάθηκε στα θεατρικά στοιχεία. Θυμήθηκε «τα καταπληκτικά κουστούμια του Αγγελου Μέντη». Επιβεβαίωσε τη σημασία που είχε δώσει ο θίασος στην υπόσταση του έμμετρου λόγου. Κι αν τον ρωτήσεις τι κερδίζεται και τι χάνεται όταν η θεατρική συνθήκη αναμεταδίδεται ψηφιακά, είναι σαφής: «Οι μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις παίχτηκαν σε μια δεδομένη στιγμή. Δεν υπάρχει περίπτωση να κατανοήσει κανείς την ατμόσφαιρά τους. Μπορείς να τις δεις για ιστορικούς λόγους. Σκεφτείτε όμως πόσο διαφορετικοί ήταν εικαστικά οι “Ορνιθες” του Καραθάνου στην Επίδαυρο».

«Ορνιθες» του Νίκου Καραθάνου λοιπόν. Παίχτηκαν στο αρχαίο θέατρο το 2016. Το Πάσχα προβλήθηκαν από το ψηφιακό κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση. Ο σκηνοθέτης τους είδε την προβολή. «Το διαδικτυακό θέατρο είναι μια ανάγκη της στιγμής», υπογραμμίζει. «Δεν ομοιάζει με την πραγματικότητα του θεάτρου. Είναι σαν να σου δείχνω μια παραλία και να τη βλέπεις, αλλά να θέλεις να τη ζήσεις. Ωστόσο, η εικόνα είναι μνήμη, που στη διάρκεια της καραντίνας μας υπενθύμισε τον εαυτό της. Η κάμερα χάνει πολλά, αλλά εξελίσσεται κι εμείς συμφιλιωνόμαστε μαζί της. Δεν πιάνει βέβαια τα μόρια του αέρα, τη δροσιά ανάμεσά μας, την ατμόσφαιρα, την ενέργεια. Δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά της ψηφιακής αναμετάδοσης. Συμβαίνει και δέχομαι το καλό της, το αγκάθι μαζί με το ρόδο».

Δηλαδή δεν παρατήρησε κάτι που τότε του ήταν αόρατο, δεν θυμήθηκε μια στιγμή που είχε ξεχαστεί; «Είναι δύσκολο να βλέπεις τον εαυτό σου και να λες “αυτό δεν το έκανα καλά”», αποκρίνεται. «Τον συναντάς, ντρέπεσαι και μετά απλά τον κοιτάς. Οταν συμβαίνει η ζωή, συμβαίνει. Δεν μπορείς να τη διορθώσεις, ίσως έτσι της κάνεις κακό. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου μου έλεγε πως “το ατελές ξέρει κάτι που το τέλειο αγνοεί”».

Μερικές φορές, θα προσθέταμε, το ατελές ή το τέλειο φανερώνεται κατόπιν εορτής. Οταν η σοπράνο Μάρλις Πέτερσεν πρωταγωνιστούσε στην όπερα «Θαΐς» που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής το 2009, βρισκόταν σε μια μεταβατική περίοδο τη ζωής της: τίποτα δεν φαινόταν αρκετό και οι επιθυμίες έμοιαζαν μακρινές. Στα τέλη Απριλίου παρακολούθησε την αναμετάδοση της όπερας κι ένιωσε κάτι σαν δυνατό χτύπημα. «Είμαστε επικριτικοί με τον εαυτό μας», λέει. «Το να βλέπω την παράσταση μετά τόσα χρόνια, ήταν συγκινητικό, απίστευτο. Εκλαιγα όλη νύχτα. Με άγγιξαν ξανά η μουσική, η ιστορία. Η “Θαΐς” μιλάει για την αρετή, τη νιότη που χάνεται, το γέλιο που είναι τελικά τόσο σημαντικό. Ηταν όμορφο που τρύπωσα πάλι σε εκείνες τις στιγμές κι ένιωσα τα πάντα από την αρχή».

Ο Θάνος Τοκάκης θυμήθηκε τα έξοχα κουστούμια του «Φορτουνάτου» (αριστερά) και ο Νίκος Καραθάνος επέστρεψε στους «Ορνιθες» (δεξιά), αποδεχόμενος το διαδικτυακό θέατρο ως ανάγκη της στιγμής.

Η Πέτερσεν παρακολούθησε και την προβολή της «Λούλου», που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο το 2005. Ηταν μεγάλη στιγμή για εκείνη, η οποία μάλλον επιβεβαιώθηκε και διαδικτυακά. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζουν όλοι οι ομότεχνοί της τις προβολές παλιών τους εμφανίσεων με τον ίδιο τρόπο. «Πάντα βλέπω τα στραβά σε τέτοιες περιπτώσεις», λέει ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, που ποτέ δεν του άρεσε να βλέπει ή και να ακούει τον εαυτό του εκ των υστέρων. Τις μέρες της καραντίνας παρακολούθησε διαδικτυακά από την Εθνική Λυρική Σκηνή το ρεσιτάλ που είχε δώσει εκεί το 2019, αλλά και το «Ναμπούκο», στο οποίο είχε πρωταγωνιστήσει την προηγούμενη χρονιά. Το έκανε λέει, κυρίως επειδή επέμενε η σύζυγός του. Τα συναισθήματά του, μάλλον συγκεχυμένα: «Χάνονται η ζωντάνια και η ατμόσφαιρα της βραδιάς. Η αμεσότητα του κοινού ή του καλλιτέχνη με την τέχνη, κερδίζεται την ημέρα της παράστασης».

Ακόμα, πάντως, κι αν ο πολιτισμός μεταδίδεται προσωρινά διαδικτυακά, ο Πλατανιάς αισιοδοξεί. «Νομίζω ότι θα περάσει καιρός μέχρι να κάνουμε τη “δουλειά” μας όπως πριν. Κι αν το μόνο πρόβλημα τελικά είναι οι λιγότεροι θεατές λόγω αποστάσεων ασφαλείας, τότε θα κάνουμε περισσότερες παραστάσεις, για να τους ευχαριστήσουμε όλους», υπόσχεται. Η Πέτερσεν πιστεύει πως το τελευταίο διάστημα έμοιαζε με παύση, με την παρατεταμένη διάρκεια μιας κορώνας, που μας έδωσε την ευκαιρία να στραφούμε στη βαθύτερη ουσία μας. «Ευτυχώς που είχαμε αυτά τα μέσα, τα βίντεο, σαν παρηγοριά μέχρι να συναντηθούμε ξανά», λέει. Ο Τοκάκης αισθάνεται πως «σε κάθε επανέναρξη υπάρχουν ελπίδες και προσδοκίες». Κι ο Καραθάνος, ούτε ακριβώς λυπάται, ούτε και νοσταλγεί: «Ολα είναι ζωντανά κι ας είναι πεθαμένα», καταλήγει. «Μέσα μου ζουν. Το πότε θα συνυπάρξουμε ξανά με νοιάζει περισσότερο από τον τρόπο. Μπορεί να αρχίζουμε να φωνάζουμε ο ένας στον άλλον από γκρεμό σε γκρεμό, γιατί δεν μπορούμε να αγγιχτούμε. Για φαντάσου το. Είναι ωραίο να στέκεσαι, με όλους αυτούς τους περιορισμούς. Είναι το νέκταρ του καλλιτέχνη».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση

X