Εχει δίκιο ο Κρίστοφερ Νόλαν. Είναι αδύνατον να παρακολουθήσεις το «Ραν» του Κουροσάβα χωρίς να σε επηρεάσει. Να αποτιμήσεις απλώς το κινηματογραφικό του μέγεθος χωρίς να σε συνεπάρουν το μεγαλείο και η δύναμη των σκηνών του. Οσες φορές κι αν δεις την ταινία. Η ακρίβεια και η αυθεντικότητα της αναπαράστασης της μάχης, η ρεαλιστική αποτύπωση και η χρωματική σύνθεση του κάδρου, αυτό το «χειροποίητο» έπος του Ιάπωνα σκηνοθέτη, που γυρίστηκε το 1985, είναι η αποθέωση της κινηματογραφικής τέχνης και της ανθρώπινης μοίρας.
Ο Νόλαν στις συνεντεύξεις του για την «Οδύσσεια» (New York Times, Independent) αναφέρθηκε σε τρεις ταινίες που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης: το «Αντρέι Ρουμπλιώφ» του Ταρκόφσκι, το «Ραν» και τον «Τελευταίο πειρασμό» του Σκορσέζε. Ειδικά για το έργο του Κουροσάβα είπε ότι «είναι γυρισμένο με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αλλά υπάρχει αυτή η μοναδική σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον και στον άνεμο. Τώρα που βλέπω το τελικό μας cut, συνειδητοποιώ ότι η επιρροή του ήταν τεράστια».
Ραν στα ιαπωνικά σημαίνει χάος. Η μεταφορά του σαιξπηρικού «Βασιλιά Ληρ» τοποθετείται στον 16ο αιώνα, σε μια ταραχώδη περίοδο της ιαπωνικής ιστορίας, όπου πολεμοχαρείς φεουδάρχες ζούσαν μέσα σε εμφύλιους σπαραγμούς. Ο Χιντετόρα προδίδεται από τους γιους του. Από μέγας άρχοντας έχει μετατραπεί σε αξιοθρήνητο ζητιάνο, που κυκλοφορεί τρελός, παραδομένος στα στοιχεία της φύσης, σε έναν κόσμο εχθρικό και αποξενωμένο. Η σφαγή στον τρίτο πύργο, κορυφαία στιγμή της ταινίας, παραπέμπει ευθέως στην, κατά Νόλαν, πολιορκία της Τροίας.
Ο Ομηρος και ο Σαίξπηρ (η σχέση του Βάρδου με τα ομηρικά έπη είναι δεδομένη), ο Οδυσσέας και ο Ληρ/Χιντετόρα, αφηγούνται το ταξίδι στην κόλαση της ανθρώπινης ύπαρξης, απότοκο της τιμωρίας για την ύβρι που διέπραξαν προς τους θεούς, της «εγκατάλειψης» (έστω και ακούσιας) των συντρόφων τους, της αλαζονείας απέναντι σε έναν κόσμο που θεωρούσαν δεδομένο, της καταστροφής που προκάλεσαν και την οποία συνειδητοποίησαν όταν ήταν σε εξέλιξη και δεν μπορούσαν να τη σταματήσουν. «Αυτό που ήθελα να αποτυπώσω είναι η απελπισία του Θεού καθώς κοιτάζει την ανθρωπότητα να αλληλοσπαράσσεται, ανίκανη να ζήσει με ειρήνη», είχε πει ο Κουροσάβα. «Η κόλαση είναι πάντα κοντά, σε αντίθεση με τον παράδεισο», λέει ο τρελός, γελωτοποιός, πιστός ακόλουθος του Χιντετόρα. «Εξαιτίας μου οι άνδρες μου πέθαναν άσκοπα», λέει ο Χιντετόρα, που περιφέρεται χωρίς αναπαμό· ζει στη σκιά της καταστροφής που έχει προκαλέσει. Οπως και ο Οδυσσέας με την Τροία. Τι είναι κόλαση; Το κακό που έχεις σκορπίσει και το βρίσκεις διαρκώς μπροστά σου. Ο Κουροσάβα και ο Νόλαν συναινούν σε αυτό. Τα φαντάσματα των συντρόφων/στρατιωτών που χάθηκαν και επιστρέφουν ως εφιάλτης.
Η Ιθάκη του Χιντετόρα/Ληρ, το δικό του «σπίτι» είναι ο τρίτος γιος που έχει εξοριστεί, η πραγματική αγάπη που αρνείται να «δει», να νιώσει. Απομακρύνεται όσο το επιθυμεί, μέχρι ο χρόνος να παρέλθει. Να είναι αργά. «Οι θεοί δεν μπορούν να μας σώσουν από τον ίδιο μας τον εαυτό», είναι μια φράση κοινή και στις δύο ταινίες. Πέρα από τα εμφανή, που ο Νόλαν δανείστηκε εύστοχα από τον Κουροσάβα, τη χρήση της μουσικής με αυθεντικά όργανα, τα στοιχεία της φύσης, τον ήχο των λαβάρων που σείονται από τον άνεμο, την άηχη σφαγή της μάχης, τα γυμνά τοπία και τις αμμώδεις εκτάσεις, οι δρόμοι τους χωρίζουν όταν ψαύουν μέσα από την κάμερα την ουσία της ύπαρξης. Ο γηραιός Χιντετόρα και ο μυώδης Οδυσσέας δεν διασταυρώνονται. Ο καθένας σηκώνει το βάρος της «θλιβερής του εποχής» με τον τρόπο του σκηνοθέτη του.

