ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Σμαράγδα – I Got Thick Skin and I Can’t Jump

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αιμίλιου Αβραάμ, «Σμαράγδα – I Got Thick Skin and I Can’t Jump», μια αμιγώς κυπριακή παραγωγή, η ομώνυμη ηρωίδα βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο όχι κρίσης, αλλά αλλαγής. Πρόκειται για μια ιστορία ωρίμανσης που αρνείται την εύκολη κάθαρση μιας θεαματικής κατάρρευσης και επιλέγει να παρακολουθήσει τη σιωπηλή, πεισματική αντοχή μιας γυναίκας που, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, έχει αναπτύξει ένα σκληρό δέρμα προστασίας. Ο Αβραάμ και η εξαιρετική πρωταγωνίστριά του, Νιόβη Χαραλάμπους, παραδίδουν μια ταινία σπάνιας ευαισθησίας, όπου οι καθημερινές πιέσεις του ενοικίου και το υπαρξιακό άγχος της απαξίωσης αποκτούν το βάρος ενός επικού αγώνα.

Η Νιόβη Χαραλάμπους, μια αληθινή δύναμη της φύσης, δίνει μια εξαιρετικά πολυεπίπεδη και λεπτοδουλεμένη ερμηνεία. Ενσαρκώνει όλες τις αντιφάσεις της Σμαράγδας: την οξεία ευφυΐα της που συγκρούεται με την ευαλωτότητά της, τις αντιναταλιστικές της πεποιθήσεις που αντιφάσκουν με την έμφυτη τρυφερότητά της απέναντι στα παιδιά, την έντονη οικολογική της ευαισθησία που συνυπάρχει με έναν κόσμο φαινομενικά αδιάφορο τόσο για την περιβαλλοντική όσο και για την προσωπική φθορά και όλα αυτά με μια σπάνια, ακατέργαστη αυθεντικότητα. Η οπτική γλώσσα της ταινίας, αριστοτεχνικά διαμορφωμένη από τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Ραχματούλιν, τη σκηνογράφο Κρίστη Πολυδώρου, τον συνθέτη Γιώργο Σόλωνος και τον ενδυματολόγο Μάριο Μέσσιο, ανυψώνει τη διαδρομή της ηρωίδας σε κάτι σχεδόν ζωγραφικό. Ο φωτισμός και τα χρώματα έχουν αποδοθεί με τέτοια εικονολατρική σχολαστικότητα που θυμίζουν κλασικό πίνακα, προσφέροντας μια νέα οπτική αναπαράσταση της Αγίας Νάπας. Το κάδρο του Γιώργου Ραχματούλιν αποτυπώνει την παραλιακή πόλη όχι απλώς ως τουριστικό παράδεισο, αλλά σε στιγμές και ως πόλη-φάντασμα, με τη λουσμένη στον ήλιο ερημιά της να καθρεφτίζει τη μοναξιά της Σμαράγδας. Αυτή η αισθητική κορυφώνεται σε ένα αξέχαστο πλάνο της Χαραλάμπους καθισμένης στην παραλία, μια ακίνητη, μελαγχολική μορφή που μεταμορφώνεται σε μια κυπριακή εκδοχή της Μικρής Γοργόνας του Έντβαρντ Έρικσεν, σε ένα μνημείο αναμονής και ανεκπλήρωτου πόθου.

Το σενάριο του Αβραάμ διερευνά με δεξιοτεχνία το οξύ δίλημμα της χρήσης των social media ως μέσου φετιχιστικής έκθεσης και οικονομικής επιβίωσης, μια λεπτή ισορροπία που γεννά έντονη αγωνία. Η ταινία δημιουργεί μια απτή ένταση καθώς περιμένουμε τη Σμαράγδα να δεχθεί την επίπληξη του διευθυντή του ξενοδοχείου της (ένας εύστοχος Νεκτάριος Θεοδώρου), μια αντανάκλαση της σύγχρονης εργασιακής επισφάλειας που μοιάζει οδυνηρά πραγματική. Αυτή η οικονομική αγωνία εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη διαρκή δυσκολία πληρωμής του ενοικίου, προσγειώνοντας την υπαρξιακή της πορεία μέσα σε μια απολύτως συγκεκριμένη απόγνωση. Και η ερωτική της ζωή αντανακλά την ίδια αστάθεια, ταλαντευόμενη ανάμεσα στην άβολη, σχεδόν παραβατική έξαψη του να βγαίνει με τον γιο ενός κοντινού της προσώπου και στο απρόβλεπτο χάος του να σχετίζεται με απόλυτους αγνώστους. Οι ανδρικοί ρόλοι της ταινίας (Πάρις Ερωτοκρίτου, Φοίβος Παπακώστας, Patrick Myles) είναι καθόλα άρτιοι, λειτουργώντας ως ουσιαστικά αντίβαρα στις σύνθετες επιθυμίες της Σμαράγδας.

Ωστόσο, η πιο δυνατή και τραυματική στιγμή της ταινίας έρχεται χωρίς προειδοποίηση. Όταν η Σμαράγδα δέχεται σωματική και λεκτική κακοποίηση από μία παρέα αγοριών στο κέντρο της παραθεριστικής πόλης, η Χαραλάμπους αποδίδει τη σκηνή με συγκλονιστικά αληθινό και ωμό συναίσθημα. Είναι μια σεκάνς στοιχειωτική μέσα στη βιαιότητά της, που σκίζει το σκληρό δέρμα της ηρωίδας και αποκαλύπτει τη βαθιά ευαλωτότητα που κρύβεται από κάτω. Παράλληλα με τη μοναξιά της, η ταινία της δίνει και έναν πιστό σύντροφο, τον σκύλο της, που προσφέρει μια τρυφερή αντίστιξη στην απομόνωσή της.

Το φινάλε παραμένει αμφίσημο, μια ανοιχτή πόρτα που μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε ξανά με ολόκληρη τη διαδρομή της Σμαράγδας, τη σιωπηλή της επανάσταση, αλλά και τη δική μας ενσυναίσθηση απέναντι σε μια γυναίκα που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο που αρνείται να την καταλάβει. Σε παραγωγή της Τώνιας Μισιαλή, η ταινία «Σμαράγδα» στέκεται ως μια σύγχρονη, θαρραλέα και αφοπλιστικά ειλικρινής ματιά πάνω στη γυναικεία εμπειρία στα 46, ως το πορτρέτο μιας γυναίκας μέσα σε έναν τόπο, μια κοινωνία και έναν κόσμο που αδυνατούν να την κατανοήσουν, και της επίμονης, ακατάστατης αντοχής της να συνεχίσει απλώς να υπάρχει.

Ο δρ Γιώργος Ροδοσθένους είναι καθηγητής Theatre Directing, University of Leeds.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ