Kathimerini.gr
Καμία προστατευτική δράση εναντίον του καρκίνου δεν προσφέρει η ασπιρίνη σε ηλικιωμένα άτομα. Τα πιθανά οφέλη που έχει η μακροχρόνια λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης σε άτομα μέσης ηλικίας, δεν φαίνεται να ισχύουν στους ηλικιωμένους, ενώ υπάρχει και η πιθανότητα αυξημένου κινδύνου. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η μεγάλη μελέτη ASPREE η οποία δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό JAMA.
Οπως αναφέρουν η καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας, Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου, συνοψίζοντας τη μελέτη, «για δεκαετίες, η ασπιρίνη θεωρούνταν ένα “θαυματουργό” φάρμακο: φθηνή, εύκολα προσβάσιμη και με πιθανές προστατευτικές ιδιότητες όχι μόνο για την καρδιά αλλά και για τον καρκίνο. Παλαιότερες μελέτες, κυρίως σε άτομα μέσης ηλικίας, είχαν δείξει ότι η μακροχρόνια λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, ιδιαίτερα του καρκίνου του παχέος εντέρου, ύστερα από 10 ή περισσότερα χρόνια χρήσης. Ωστόσο, τι ισχύει για τους ηλικιωμένους;»
Η μελέτη ASPREE ξεκίνησε το 2010 και περιέλαβε περισσότερους από 19.000 υγιείς ηλικιωμένους από την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συμμετέχοντες ήταν 70 ετών και άνω (ή 65 ετών και άνω για ορισμένες μειονοτικές ομάδες στις ΗΠΑ) και δεν είχαν ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, άνοιας ή σοβαρής σωματικής αναπηρίας. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: η μία έπαιρνε καθημερινά χαμηλή δόση ασπιρίνης (100 mg) και η άλλη εικονικό φάρμακο (placebo). Η ενεργή φάση της μελέτης διήρκεσε κατά μέσο όρο 4,7 χρόνια. Στη συνέχεια, πολλοί από τους συμμετέχοντες συνέχισαν να παρακολουθούνται για αρκετά ακόμη χρόνια, προσφέροντας πολύτιμα δεδομένα μακροχρόνιας παρακολούθησης.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καταγράφηκαν περισσότερα από 3.400 νέα περιστατικά καρκίνου και πάνω από 1.100 θάνατοι που σχετίζονταν με καρκίνο. Το βασικό συμπέρασμα ότι η καθημερινή λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης δεν μείωσε τον συνολικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στους ηλικιωμένους. Δεν παρατηρήθηκε προστατευτική δράση ούτε συνολικά ούτε για συγκεκριμένες μορφές καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του παχέος εντέρου, ο οποίος στο παρελθόν είχε συνδεθεί περισσότερο με πιθανά οφέλη από την ασπιρίνη.
Ενα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της αρχικής φάσης της ASPREE ήταν ότι τα άτομα που έπαιρναν ασπιρίνη εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο. Η νέα ανάλυση επιβεβαιώνει ότι, συνολικά, κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας παρακολούθησης, η ασπιρίνη συσχετίστηκε με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο καρκινικής θνησιμότητας. Ωστόσο, όταν οι ερευνητές εξέτασαν μόνο την περίοδο μετά τη διακοπή της τυχαιοποιημένης αγωγής (δηλαδή μετά το τέλος της κλινικής δοκιμής), δεν βρήκαν καμία ένδειξη ότι η προηγούμενη λήψη ασπιρίνης συνέχιζε να αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου ή θανάτου από καρκίνο. Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται να υπάρχει «κληρονομικό» ή μακροχρόνιο αρνητικό αποτέλεσμα μετά τη διακοπή της ασπιρίνης.
Συνεπώς, όπως καταλήγει η έρευνα «για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που είναι κατά τα άλλα υγιή, η έναρξη μακροχρόνιας λήψης ασπιρίνης δεν συνιστάται ως στρατηγική πρόληψης του καρκίνου. Τα πιθανά οφέλη που έχουν παρατηρηθεί σε νεότερες ηλικιακές ομάδες δεν φαίνεται να ισχύουν στους ηλικιωμένους, ενώ υπάρχει και η πιθανότητα αυξημένων κινδύνων. Φυσικά, η ασπιρίνη εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο σε συγκεκριμένες ιατρικές καταστάσεις, όπως η δευτερογενής πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων, πάντα όμως υπό ιατρική καθοδήγηση».




























