Γράφει η Mαρία Αθανασίου
Η Ελένη άρχισε να αυτοτραυματίζεται στα 13 της. Oταν προσπάθησε να εξηγήσει στη μητέρα της τι της συνέβαινε, είπε ότι ένιωθε πιεσμένη στο σχολείο, στις σχέσεις με τους φίλους της, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τα συναισθήματά της. Της ζήτησε να κλείσει ραντεβού με ψυχολόγο. Αποδείχθηκε πιο χρονοβόρο από ό,τι πίστευαν. Χρειάστηκε η μητέρα της να τηλεφωνήσει σε τέσσερις παιδοψυχολόγους πριν καταφέρει να βρει ένα ραντεβού.
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής και σταθερή αύξηση του αριθμού των παιδιών που φθάνουν στον χώρο της ψυχικής υγείας. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης, σύγκρισης και αβεβαιότητας. Πολλά βιώνουν βαθιά μοναξιά, ακόμη κι όταν περιβάλλονται από ανθρώπους. Eρχονται αντιμέτωπα με μορφές βίας, λεκτικής, σχολικής ή διαδικτυακής, εκτίθενται νωρίς σε ουσίες και προσπαθούν να συγκροτήσουν την ταυτότητά τους σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και που συχνά τους ζητάει να ξέρουν τι είναι πριν προλάβουν να το νιώσουν», εξηγεί η Aσπα Πασπάλη, επιστημονική διευθύντρια του κέντρου ΔΙΚΕΨΥ (Διεπιστημονική και Ερευνητική Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Παιδιών και Ενηλίκων). Την ίδια στιγμή, επισημαίνει, «έχει μειωθεί αισθητά το στίγμα γύρω από την ψυχοθεραπεία. Η παρουσία σχολικών ψυχολόγων έχει εξοικειώσει τα παιδιά με την έννοια της ψυχικής φροντίδας. Πολλά παιδιά γνωρίζουν πλέον τι σημαίνει να ζητάς βοήθεια και το κάνουν συνειδητά».
Ποιος το ζητάει
«Η ζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους αφορά σειρά αιτημάτων που ξεκινούν από μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς, δυσκολίες στη συγκέντρωση ή στις κοινωνικές σχέσεις μέχρι συναισθηματικές ή αγχώδεις διαταραχές, αναπτυξιακές διαταραχές κ.ο.κ.», διευκρινίζει ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος, διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Πρόνοιας στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού. Σε πολλές περιπτώσεις είναι οι γονείς που παίρνουν την πρωτοβουλία έπειτα από προτροπή των εκπαιδευτικών, οι οποίοι εντοπίζουν δυσκολίες στη συμπεριφορά, στη συγκέντρωση, στον τρόπο που το παιδί ή ο έφηβος διαχειρίζεται τα συναισθήματά του ή λειτουργεί στην ομάδα. Κάποιες φορές και οι παιδίατροι μπορεί να παρέμβουν, ειδικά όταν εντοπίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα.
«Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, συναντάμε όλο και περισσότερα παιδιά που ζητούν τα ίδια βοήθεια», σημειώνει η κ. Πασπάλη. «Oταν ένα παιδί ζητάει να μιλήσει με ψυχολόγο, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό μήνυμα. Σημαίνει ότι κάτι μέσα του δυσκολεύεται και αναζητάει χώρο να το σκεφτεί, να το εκφράσει και να το αντέξει».
Ακόμη όμως και αν το παιδί δεν ζητήσει το ίδιο τη βοήθεια ενός ειδικού, υπάρχουν συνθήκες ή γεγονότα που θα πρέπει να οδηγήσουν ένα γονιό στην απόφαση να κλείσει για εκείνο ένα ραντεβού σε ψυχολόγο. Για παράδειγμα, «μεγάλες αλλαγές, όπως απώλεια, διαζύγιο, σοβαρή ασθένεια ή μετακόμιση. Εξίσου σημαντικές είναι όμως και οι πιο σιωπηλές δυσκολίες: κοινωνική απομόνωση, έντονη προσκόλληση στο Διαδίκτυο, ιδιαίτερα σε οικογένειες όπου οι γονείς δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον ψηφιακό κόσμο των παιδιών, δυσκολία συγκέντρωσης, αίσθημα κενού ή έλλειψη κατεύθυνσης», διευκρινίζει η κ. Πασπάλη.
Φυσικά, σημειώνει, υπάρχουν και συμπεριφορές που είναι ανησυχητικές: «Κοινωνικές δυσκολίες που επιμένουν, αποφυγή επαφής με συνομηλίκους, έντονη αμηχανία στις σχέσεις ή συναισθηματική κόπωση από την επαφή με τους άλλους αποτελούν σημαντικές ενδείξεις. Σε άλλα παιδιά, η δυσκολία εκφράζεται μέσα από έντονη κινητικότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, έλλειψη στόχων ή χαμηλή αίσθηση εαυτού».
Η ίδια εφιστά την προσοχή σε συμπεριφορές που περνούν απαρατήρητες: «Στην κλινική πράξη συναντάμε συχνά παιδιά υπερπροσαρμοσμένα: το “καλό παιδί”, το “ήσυχο παιδί”, το παιδί που δεν ενοχλεί, που αντέχει και φροντίζει τους άλλους, κρύβοντας τις δικές του ανάγκες. Αυτή η υπερπροσαρμογή συχνά συνοδεύεται από σωματικές εκδηλώσεις, όπως πονοκεφάλους ή στομαχόπονους, και περνάει απαρατήρητη ακριβώς επειδή το παιδί φαίνεται “εύκολο”».
Αυτή είναι η περίπτωση του Δημήτρη, που στα 16, μια ηλικία που άλλα παιδιά περνούν «φουλ» εφηβεία, ήταν συγκροτημένος, οριοθετημένος, ήρεμος, κοινωνικός, συνεργάσιμος στο σπίτι, με άριστη σχέση με τους γονείς του. «Οταν άρχισε να παθαίνει συχνούς στομαχόπονους πέρυσι την άνοιξη, περάσαμε περισσότερο από ένα μήνα κάνοντας εξετάσεις, γιατί θεωρήσαμε ότι το πρόβλημα ήταν οργανικό. Κανένας γιατρός όμως δεν εντόπισε κάτι που θα δικαιολογούσε τους πόνους. Ευτυχώς, είχαμε στο οικογενειακό περιβάλλον έναν ψυχολόγο που πρότεινε να διερευνήσουμε και την πιθανότητα το θέμα να είναι ψυχοσωματικό και έτσι ο Δημήτρης ξεκίνησε ψυχοθεραπεία», λέει η μητέρα του.
Διάσπαρτες υπηρεσίες
«Δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχει ένα ενιαίο, τυποποιημένο σύστημα πλαισίωσης του παιδιού και της οικογένειάς του αναφορικά με τυχόν προβλήματα ψυχικής υγείας που μπορεί να αντιμετωπίζει. Η δε τομεοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας που παρέχονται δωρεάν για παιδιά και εφήβους είναι ένα εγχείρημα που έχει μείνει “στου δρόμου τα μισά”, με πολλές περιοχές της χώρας χωρίς καθόλου τέτοιες υπηρεσίες, ενώ και σε όποιες λειτουργούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αυτές είναι τραγικά υποστελεχωμένες σε σχέση με τις ανάγκες του πληθυσμού αναφοράς τους», επισημαίνει ο κ. Νικολαΐδης.
«Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, συχνά οι δημόσιες – δωρεάν υπηρεσίες ψυχικής υγείας περιορίζονται στο να κάνουν μόνο διάγνωση για δικαστήρια ή ασφαλιστικά ταμεία, χωρίς να αναλαμβάνουν την παροχή θεραπευτικών υπηρεσιών και χωρίς να μπορούν λόγω φόρτου εργασίας να εμπλακούν συστηματικά σε ενέργειες πρωτογενούς πρόληψης. Eτσι, οι γονείς καλούνται μπροστά σε κάθε θέμα των παιδιών τους να “κάνουν διάγνωση” καίτοι όχι ειδικοί, δηλαδή να κατευθύνουν οι ίδιοι τα παιδιά τους αναφορικά με το αν εκείνα όντως χρειάζονται ή όχι διαγνωστικές και θεραπευτικές υπηρεσίες και τι είδους», τονίζει ο ίδιος.
Οι γονεϊκές ενοχές
Οι γονείς έχουν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες που σχετίζονται και με τα δικά τους συναισθήματα και τις ενοχές όταν το παιδί τους ζητάει τη βοήθεια ενός ειδικού. «Αυτό το αίτημα δείχνει συναισθηματική επίγνωση και δεν εμφανίζεται τυχαία. Συχνά, όμως, φέρνει τους γονείς σε δύσκολη θέση, καθώς ενεργοποιεί ενοχές, φόβους ή την αγωνία ότι έχουν αποτύχει στον ρόλο τους. Αυτές οι αντιδράσεις λειτουργούν ως άμυνες και είναι ανθρώπινες», εξηγεί η κ. Πασπάλη. «Στην κλινική πράξη συναντάμε γονείς που, ασυνείδητα, υποβαθμίζουν το αίτημα, το αναβάλλουν ή το ερμηνεύουν ως παροδικό, προσπαθώντας να προστατευτούν από τα δικά τους δύσκολα συναισθήματα», συμπληρώνει.
Η εμπειρία του κ. Νικολαΐδη δείχνει ότι «ολοένα και συχνότερα, όταν τα παιδιά και οι έφηβοι ζητούν από τους γονείς τους να τα φέρουν σε επαφή με επαγγελματίες ψυχικής υγείας, αυτοί αντιμετωπίζουν το αίτημα αυτό θετικά και δεν φέρνουν προσκόμματα ή αντιρρήσεις στην ικανοποίησή του». Σε αυτή την περίπτωση, λέει η κ. Πασπάλη, «όταν δηλαδή το αίτημα του παιδιού αναγνωρίζεται και γίνεται σεβαστό, λειτουργεί βαθιά επανορθωτικά. Το παιδί νιώθει ότι η εσωτερική του εμπειρία έχει αξία και ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς να απειλείται ο δεσμός με τους γονείς του. Η έναρξη ψυχοθεραπείας σε αυτή τη φάση αποτελεί πράξη φροντίδας και όχι ένδειξη αποτυχίας».
Θα πρέπει και οι γονείς να κάνουν ψυχοθεραπεία;
Oταν ένα παιδί ή ένας έφηβος ξεκινάει μια ψυχοθεραπευτική σχέση, εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης, «ως πάγια πρακτική, οι γονείς ή φροντιστές του θα πρέπει παράλληλα να κάνουν συμβουλευτική για τη δική τους συνδρομή στη θεραπευτική αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας των παιδιών τους. Oσο, δε, μικρότερης ηλικίας είναι το παιδί, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει η θεραπευτική εργασία με τους γονείς ή τους φροντιστές του».
«Χωρίς την παράλληλη εργασία, η αλλαγή δύσκολα σταθεροποιείται. Η δουλειά με τους γονείς πραγματοποιείται σε ξεχωριστό πλαίσιο, μέσω συμβουλευτικής γονέων, ώστε ο θεραπευτικός χώρος του παιδιού να παραμένει προστατευμένος», συμπληρώνει η κ. Πασπάλη και καταλήγει εμφατικά: «Οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να μπουν σε αυτή τη διαδικασία λόγω αμυνών, όπως ενοχή ή φόβος αποτυχίας. Η ψυχοθεραπεία του παιδιού δεν αποτελεί αξιολόγηση των γονιών. Κανένας γονιός δεν είναι τέλειος. Οι γονείς λειτουργούν σαν το έδαφος στο οποίο μεγαλώνει το παιδί. Oταν το έδαφος γίνεται πιο σταθερό και συνειδητό, το παιδί βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί».
Πώς καταλαβαίνει ο γονέας αν η θεραπεία αποδίδει;
«Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν αξιολογείται με γρήγορα ή εντυπωσιακά αποτελέσματα», απαντά η Aσπα Πασπάλη. «Eνα παιδί που νιώθει ασφαλές στον θεραπευτικό χώρο αρχίζει σταδιακά να οργανώνει διαφορετικά τον εσωτερικό του κόσμο. Αυτό φαίνεται σε μικρές, καθημερινές αλλαγές: μεγαλύτερη συναισθηματική αντοχή, λιγότερη ένταση στο σώμα, καλύτερη ικανότητα να εκφράζει ανάγκες και όρια, μεγαλύτερη ευελιξία στις
σχέσεις».
«Το παιδί μπορεί να μη μιλάει για το περιεχόμενο των συνεδριών, αλλά δείχνει ότι πηγαίνει με σχετική ηρεμία. Η θεραπεία γίνεται ένας σταθερός τόπος που αντέχει τα δύσκολα συναισθήματα», προσθέτει. «Παράλληλα, μέσα από τη δουλειά των γονιών στο δικό τους πλαίσιο, η σχέση γονέα – παιδιού συχνά αλλάζει. Oταν οι γονείς αντέχουν περισσότερο το παιδί όπως είναι, με λιγότερο έλεγχο και περισσότερη κατανόηση, το παιδί ανακουφίζεται. Εκεί φαίνεται ότι η θεραπεία κάνει τη δουλειά της».




























