ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Για το 1974

Του Γιάννη Ιωάννου

Του Γιάννη Ιωάννου

Έχοντας ο ίδιος βρεθεί σε περιβάλλοντα ενεργών συγκρούσεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου, κάθε καλοκαίρι, στις 20 Ιουλίου, προσπαθώ να μπω στα παπούτσια των όσων συμμετείχαν –ως ενεργοί πολεμιστές ή ως άμαχοι– στις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Στον «Ηγεμόνα», ο Μακιαβέλι πλέκει το εγκώμιο ενός –και μοναδικού– Έλληνα στρατηγού, του ηγέτη της Αχαϊκής Συμπολιτείας, Φιλοποίμενος. Ο Φιλοποίμην, ακόμη και κατά τη διάρκεια ειρηνικών περιόδων, προσπαθούσε να αντιληφθεί το περιβάλλον γύρω του, ως πεδίο πολεμικής σύγκρουσης προκειμένου να εξετάσει αντικειμενικές καταστάσεις όπως την επαφή με τον εχθρό, την απαγκίστρωση, την καλύτερη δυνατή τοποθεσία για άμυνα ή επίθεση, κ.ο.κ. Το να περπατάς στη Λευκωσία σου δίνει αυτή την αίσθηση του πώς πρέπει να ήταν οι συγκρούσεις το 1974. Αν ακριβώς θέλεις να μπεις στα παπούτσια αυτών που βίωσαν τα όσα τραγικά συνέβησαν εκείνο το πρωινό του Σαββάτου.

Τον πόλεμο, ως ένοπλη σύγκρουση, μπορείς να τον βιώσεις μέσα από πάρα πολλά πρίσματα. Την αφήγηση των συγγενικών προσώπων, τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του, τα επιμέρους πολιτικά αφηγήματα των επίσημων πλευρών που συμμετέχουν σε αυτόν και από την προσωπική σου ψυχολογική, πνευματική και αντιληπτική ικανότητα. Τον πόλεμο στην Κύπρο, το 1974, συχνά τον προσεγγίζουμε μέσα από το ψυχολογικό βάρος του αποτελέσματός του που οδήγησε στις οδυνηρές συνέπειες της κατοχής και της απώλειας ανθρώπων. Αλλά και μέσα από το πλέγμα του «τι θα γινόταν αν» λόγω και των τραγικών καταστάσεων που βίωσε η Κύπρος με τις εθνοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του ’60, την πολιτική βία και τα γεγονότα του πραξικοπήματος. Απέναντι ωστόσο σε όλη αυτή την τραγωδία –που υπάρχει μέσα σε κάθε βίαιη σύγκρουση– στην Κύπρο συχνά υπάρχει κάποιου είδους αποστασιοποίηση. Ψυχολογικής, κυρίως, προέλευσης η οποία τείνει να προσεγγίσει τον πόλεμο είτε μέσω της εξιδανίκευσης ή ωραιοποίησης των Ελληνοκύπριων και Ελλαδιτών θυσιασθέντων στρατιωτών, είτε μέσω ετεροπροσδιοριστικών σχημάτων όπως η ανέξοδη προσέγγιση της –διά της πολεμικής σύγκρουσης– ακύρωσης της τουρκικής κατοχής. Στην πρώτη περίπτωση κανείς δεν μπορεί πραγματικά να εισέλθει στην ψυχολογία του Τάσου Μάρκου λίγο πριν από τη θυσία του στην Κυθρέα ή των Ελλαδιτών στρατιωτών στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ. Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν έχουν επίγνωση του τι λένε.

Ο πόλεμος στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 είχε σκόνη, καύσωνα, πείνα, δίψα, απλυσιά, φόβο, που συχνά έφτανε στα όρια του τρόμου, αγωνία, στρες και φοβερές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Στην εικόνα ενός νεκρού ή τραυματία ο μέσος λογικός άνθρωπος δείχνει αποστροφή. Μπορεί να κλάψει, να κάνει εμετό, να αρχίσει να τρέμει σύγκορμος ή να λιποθυμήσει ενώπιον ενός τέτοιου θεάματος. Το ίδιο ισχύει για τον μέσο άνθρωπο που σε συνθήκες πολεμικής σύγκρουσης θα κληθεί να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή. Στο κλασικό έργο «On Killing: The Psychological Cost of Learning to Kill in Warand Society» ο Dave Grossman περιγράφει πολύ εύστοχα τη φυσική αποστροφή του ανθρώπου στο να σκοτώσει και πώς ο μέσος στρατιώτης, σε συνθήκες πολέμου, συχνά δεν πυροβολεί καν με το όπλο του.

Συνολικά, 47 χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και με το Κυπριακό στην πιο δύσκολη καμπή της σύγχρονης ιστορίας του οφείλουμε να προσεγγίσουμε το 1974 με μια κριτική ματιά ως προς την πραγματική τραγωδία του. Ένας πόλεμος που χάθηκε με τραγικές συνέπειες για μια ολόκληρη γενιά –που ωστόσο φέρει και ακέραια την ευθύνη για την πορεία τον γεγονότων που οδήγησαν σε αυτόν. Κυριότερα, οφείλουμε –αν θέλουμε να επιβιώσουμε– να αναγνώσουμε το τραύμα –συλλογικό και σε επίπεδο προσωπικών PTSDs (Post Traumatic Stress Disorders) –της γενιάς των πατεράδων μας. Και να μην ευχόμαστε πολέμους. Να εργαστούμε για την ειρήνη και να κλείσουμε τον ιστορικό κύκλο του 1974, όχι μέσω της λήθης αλλά μέσω της συμφιλίωσης και της ειλικρίνειας, πρωτίστως με τους εαυτούς μας.

Ο γράφων, όπως και η πλειοψηφία της γενιάς μου, μεγάλωσε σε συνθήκες σχετικής ειρήνης, ευημερίας κι ασφάλειας. Έχοντας βιώσει εκ του σύνεγγυς σύχρονες πολεμικές συγκρούσεις αλλά κι ακούγοντας τις εμπειρίες του πατέρα μου, από το 1974, του παππού μου, από το Ελ Αλαμέιν και του άλλου μου του παππού, από τις μάχες στην Κορυτσά και το Τεπελένι συνειδητοποιώ τη μεγάλη ευλογία των ανθρώπων της ηλικίας μου που δεν κλήθηκαν να σκοτώσουν ή να πεθάνουν και το καταστροφικό εύρος ενός πολέμου. Το καθήκον απέναντι στην πατρίδα είναι μια βαθιά και βιωματική εμπειρία και δεν μετριέται, αν δεν βρεθεί κανείς, πραγματικά, ανάμεσα σε εκρήξεις, πυροβολισμούς και πυρά πυροβολικού. Το καθήκον όμως απέναντι στην πατρίδα είναι και η διασφάλιση της ειρήνης. Δυστυχώς, η γενιά που μας οδήγησε στην τραγωδία του 1974 θα κληθεί, πριν αποχωρήσει, να εξετάσει αν η διαίρεση, που συντελέστηκε de facto με την τουρκική εισβολή θα μετατραπεί σε μόνιμη διχοτόμηση. Καλή της τύχη.

ioannoug@kathimerini.com.cy

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Γιάννη Ιωάννου

Γιάννης Ιωάννου: Τελευταία Ενημέρωση