ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Το Κυπριακό ως διαπραγμάτευση

Του Γιάννη Ιωάννου

Του Γιάννη Ιωάννου

O Roger Fisher, oακαδημαϊκός του Χάρβαρντ, που δίδαξε την ανθρωπότητα τον σύγχρονο τρόπο διαπραγματεύσεων, δεν υπήρξε μόνο ο θιασώτης του κλασικού έργου «Getting to Yes» που τυποποίησε τη θεωρητική προσέγγιση των συνομιλιών του Harvard Negotiation Project, αλλά και ένας πρακτικός άνθρωπος. Γνώριζε πως το να απευθερωθούν οι Αμερικανοί συμπολίτες του από την ομηρία των Ιρανών επαναστατημένων του Χομεϊνί στην πρεσβεία την περίοδο 1979-1981 δεν θα αποτελούσε μόνο μια διπλωματική επιτυχία αλλά και ένα, κυριολεκτικά, ζήτημα ζωής ή θανάτου. Αυτή του την πρακτικότητα την απέκτησε φυσικά στον Β΄ ΠΠ, υπηρετώντας ως αξιωματικός στην αμερικανική πολεμική αεροπορία. Στον πόλεμο είδε εκατοντάδες συναδέλφους του να χάνουν τη ζωή τους στη μεγαλύτερη πολεμική αναμέτρηση που έζησε η ανθρωπότητα.

Το Κυπριακό σπάνια προσεγγίζεται ως προς τις διαπραγματευτικές του διαστάσεις με την πρακτικότητα που του αρμόζει. Κυριότερα γιατί οι πολιτικές ελίτ στην ελληνοκυπριακή πλευρά ποτέ δεν σκέφτηκαν τι θα συμβεί αν δεν υπάρξει λύση –ασχέτως ιδεολογίας, περιεχομένου της λύσης και της επόμενης ημέρας. Ήταν το στάτους κβο που για την ελληνοκυπριακή πλευρά προσέφερε τα πάντα: Απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, οικονομική ανάπτυξη, ευημερία. Και πράγματι τόσο την περίοδο μετά το 2004 και την απόρριψη του σχεδίου Ανάν όσο και την περίοδο που ακολούθησε την αποτυχία του 2017 στο Κραν Μοντάνα η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν σκέφτηκε το Κυπριακό ως ένα πρακτικό ζήτημα, αλλά το προσέγγιζε, διαχρονικά, μέσα από ένα πλέγμα νομικισμών και μικροπολιτικής προκειμένου να μη χαράσσει τη στρατηγική της επόμενης ημέρας, αλλά να διατηρεί την ασφάλειά της πέριξ του στάτους κβο. Στην άτυπη της Γενεύης η ελληνοκυπριακή πλευρά προσήλθε με την κλασική προσέγγιση του «να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντάνα» αγνοώντας επιδεικτικά τη διαχρονική αρχή ότι επιστρέφεις στο τραπέζι των συνομιλιών –συνήθως– από χειρότερη διαπραγματευτική αφετηρία. Πόσο μάλλον όταν η Τουρκία στο μεσοδιάστημα των τεσσάρων χρόνων έχει προβεί, χωρίς να παρεμποδιστεί ή να πληρώσει κόστος επί τούτου, σε σειρά γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ και ο ίδιος ο Ερντογάν ήρθε στο Βαρώσι για πικ-νικ.

Τα τελευταία χρόνια οι ελληνοκυπριακές ελίτ, που παραδοσιακά δεν αισθάνονταν άνετα με την έννοια της πολιτικής ισότητας, όπως την νοηματοδοτούν οι Τουρκοκύπριοι, προχώρησαν σταδιακά στην αντίληψη πως η λύση του Κυπριακού αφορά σε μια απευθείας συννενόηση στην Τουρκία σε μια περίεργη παραλλαγή ενός άλλου, διαχρονικού, επιχειρήματος μέχρι το 2004 περί της Άγκυρας «που κρατά το κλειδί της λύσης». Στο τραπέζι έπεσαν και οι ιδέες για μια αποκεντρωμένη ομοσπονδία με μια υφέρπουσα συζήτηση περί συνομοσπονδίας ή λύσης δύο κρατών στο πλαίσιο είτε μικροπολιτικών ανταγωνισμών είτε της εμμονής της τουρκοκυπριακής κοινότητας ελέω και του Τατάρ στο τιμόνι της. Η άποψη πως μια απευθείας συννενόηση/συμφωνία με την Τουρκία αποτελεί τρόπο για να επιτευχθεί λύση στο Κυπριακό αποτελεί ακόμη ένα διαπραγματευτικό λάθος –ακριβώς διότι ποτέ δεν στείλαμε το σινιάλο, διεθνώς και περιφερειακά, πως αν η τουρκοκυπριακή κοινότητα αισθάνεται άνετα και.. happy, τότε και η, πάγια, επιχειρηματολογία της Τουρκίας περί αποκλεισμού των Τουρκοκυπρίων θα εξουδετερώνονταν σε διεθνές πολιτικό επίπεδο. Στο Κυπριακό η ελληνοκυπριακή στρατηγική δεν προσέγγισε ποτέ την ουσία της διαπραγμάτευσης με πρακτικό τρόπο αλλά μόνο μέσα από σύνηθες πλέγμα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ή της προσέγγισης σε σχέση με τη μορφή της λύσης. Στην άτυπη πενταμερή της Γενεύης απλώς επιβεβαιώθηκε, σε όποιον θέλει να προσεγγίζει τον ρεαλισμό όχι μόνο πολιτικά αλλά και με την πρακτική απλότητα του Fisher, πως το Κυπριακό όπως το γνωρίσαμε ιστορικά έχει αλλάξει άρδην. Στο Κυπριακό εισερχόμαστε εκτός απροόπτου σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, αχαρτογράφητη και εξαιρετικά δύσκολη. Το μοντέλο της ΔΔΟ, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, εξελικτικά φαίνεται να αργοσβήνει. Το πώς θα προσεγγίσουμε τα πράγματα εφεξής, πέραν του blame game που περπατάει στο εσωτερικό και στο οποίο είμαστε καλοί, αποτελεί από μόνο του μια νέα διαπραγμάτευση. Κυρίως εσωτερική, με την έννοια μιας ειλικρινούς διαβούλευσης σε σχέση με το τι πραγματικά θέλουμε, πώς θα το πετύχουμε και πώς ακριβώς θα κινηθούμε το επόμενο διάστημα.

Ο Fisher σε μία από τις βασικές του αρχές περί διεθνών διαπραγματεύσεων υποστηρίζει πως πρέπει να διαχωρίζουμε τους ανθρώπους από τα προβλήματα. Το πρώτο, βασικότερο και πιο πρακτικό σημείο το οποίο δεν διδαχτήκαμε μετά από δεκαετίες διαπραγματεύσεων. Όσον αφορά δε τη διαπραγμάτευση, επί τη βάσει αρχών, τη δεύτερη και πρακτικότερη αρχή του Αμερικανού διαπραγματευτή, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν οι αρχές μας διαφοροποιήθηκαν στο νεκρό διάστημα των τεσσάρων χρόνων μετά το Κραν Μοντάνα. Πριν συμφωνήσουμε ή διαφωνήσουμε για τη ΔΔΟ, καλό θα ήταν να αρχίσουμε να μαθαίνουμε να διαπραγματευόμαστε. Και τώρα που η ΔΔΟ δείχνει να αποτελεί παρελθόν το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έχουμε πολύ χρόνο. Καλή μας τύχη.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Γιάννη Ιωάννου

Γιάννης Ιωάννου: Τελευταία Ενημέρωση