ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Απομόνωση και ιδεαλισμός

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έχει διαγράψει από την έναρξη της προεδρίας του περί τα εννέα δισεκατομμύρια δολάρια φοιτητικών δανείων, κάνοντας έτσι μια σημαντική κίνηση για τη μείωση των ανισοτήτων στην αμερικάνικη τριτοβάθμια εκπαίδευση και κατά συνέπεια στην αμερικανική κοινωνία. Η κίνηση αυτή είναι ενδεικτική των προθέσεών του να παρέμβει όσο κανείς άλλος κατά την μεταπολεμική εποχή στην εξάλειψη των βασικών στρεβλώσεων στο αμερικανικό θεσμικό σύστημα. Σε μια χώρα διαιρεμένη, αποτέλεσμα της τοξικής διακυβέρνησης Τραμπ, η οποία κορυφώθηκε στην προεκλογική εκστρατεία μίσους του πρώην προέδρου, ο κ. Μπάιντεν καλείται να κατευνάσει τα πάθη και να ενισχύσει τον λόγο στο κοινωνικό σώμα. Το μήνυμα που στέλνει στην πιο ανεπτυγμένη οικονομικά, βιομηχανικά και τεχνολογικά κοινωνία του κόσμου είναι ότι η πανεπιστημιακή παιδεία δεν είναι ένα αγαθό όπως τα υπόλοιπα, το οποίο αποκτάται μόνο από εκείνους που διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα, αλλά είναι αυτοσκοπός για τον οποίο το κράτος πρέπει να μεριμνήσει και να παρέμβει υπέρ των αδυνάτων. Παρόλη την εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με το 1940, μόλις το 38,3% των γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να ολοκληρώσουν τέσσερα ή περισσότερα χρόνια σπουδών στα ανώτατα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας το 2020. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 3,8% των γυναικών το 1940. Σημαντική αύξηση παρατηρείται και στους άνδρες, με το 36,7% του ανδρικού πληθυσμού των ΗΠΑ να έχει ολοκληρώσει τέσσερα ή περισσότερα χρόνια πανεπιστημίου το 2020, από 5,5% το 1940. Σε απόλυτα μεγέθη όμως το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό σε σχέση με τη Γαλλία, για παράδειγμα, όπου το 80% του πληθυσμού άνω των 25 ετών έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο.

Η υστέρηση αυτή είναι εμφανής στην αμερικανική κοινωνία και αντανακλάται τόσο στο επίπεδο του πολιτικού διαλόγου όσο και του κοινωνικού. Πιο συγκεκριμένα, παρότι αποκαλείται «δημοκρατική», η πολιτική και κοινωνική οργάνωση των ΗΠΑ παραπέμπει περισσότερο σε μια ολιγαρχία ρωμαϊκού τύπου, όπου η πλουτοκρατία κατέχει το πολιτισμικό και χρηματικό κεφάλαιο και άρχει πάνω σε μια μάζα που τρέφεται από πάσης φύσεως θεωρίες συνωμοσιολογίας και θρησκευτικές ή παραθρησκευτικές αιρέσεις. Η ουσία της δημοκρατίας βρίσκεται στη γνώση και στη διάχυση του επιστημονικού λόγου στα ευρύτερα στρώματα του λαϊκού πληθυσμού. Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, πρώτιστο μέλημα των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, είναι ο μόνος ικανοποιητικός τρόπος ελέγχου της εξουσίας και διαχείρισης των κοινών παθών. Τόσο η τετραετία Τραμπ όσο και η προεκλογική και εκλογική διαδικασία του περασμένου έτους ανέδειξαν μια Αμερική πληγωμένη που παρασύρεται εύκολα από τους χειμάρρους της ρητορικής μίσους. Θα ήταν ωστόσο λάθος να θεωρήσουμε ότι ο Τραμπ και ο «τραμπισμός» ευθύνονται για την παρούσα κατάσταση. Αντίθετα, η τωρινή κατάσταση είναι απόρροια μιας βαθιάς και μακράς παθολογίας που υποβόσκει στην αμερικανική κοινωνία. Το σημείο αυτό είχε άλλωστε τονίσει ο Ρούζβελτ, ο οποίος, παρότι βοήθησε τη χώρα να βγει από το οικονομικό και κοινωνικό χάος της κρίσης, και μολονότι έθεσε σε ορθή βάση τις προτεραιότητες του έθνους, δεν κατάφερε να εξουδετερώσει τους μηχανισμούς της αντίδρασης και της πλουτοκρατίας.

Όταν ο πρόεδρος Μπάιντεν ανέλαβε τα ηνία της χώρας, υποσχέθηκε να κινητοποιήσει όλα τα μέσα που διέθετε με αποκλειστικό σκοπό να εξαλείψει τους μηχανισμούς αυτούς. Ο σημαντικότερος όλων αυτών είναι ασφαλώς ο περιορισμός της εισόδου μαθητών από χαμηλά στρώματα στα πανεπιστήμια της χώρας τους. Αυτό είναι απόλυτα τεκμηριωμένο από μελέτες, όπως αυτή του οικονομολόγου Γκάρι Μπέκερ, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε και την έννοια του «ανθρώπινου κεφαλαίου» για να καταδείξει το γεγονός ότι η χαμηλή συμμετοχή του αμερικανικού πληθυσμού στην πανεπιστημιακή παιδεία οδηγεί σε χαμηλό ανθρώπινο κεφάλαιο στη χώρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Λύσεις έχουν προταθεί, ακόμη και από τους Αμερικανούς νεοφιλελεύθερους της δεκαετίας του εβδομήντα, οι οποίοι μιλούσαν για «αρνητικό φόρο», έναν φόρο δηλαδή που το κράτος θα πλήρωνε στον πολίτη για να μπορέσει, για παράδειγμα, να σπουδάσει, εάν το εισόδημά του δεν του το επέτρεπε. Μια πληγωμένη χώρα για να επουλώσει τις πληγές της πρέπει όχι απλά να επικεντρωθεί στον εαυτό της, αλλά και να επιστρέψει στον εαυτό της. Το δόγμα του απομονωτισμού, το οποίο εμφατικά προώθησε ο Τραμπ, και το οποίο έχει βαθιές ρίζες στην αμερικανική πολιτική σκέψη, αφού ήταν το δόγμα του Τζορτζ Ουάσιγκτον, δεν είναι απλά ένα καπρίτσιο ή ένα ακόμη ψηφοθηρικό κόλπο. Στην παρούσα κατάσταση είναι επιβεβλημένο για την εσωτερική συνοχή και ενίσχυση της αμερικανικής κοινωνίας.

Αντίθετα με ό,τι ισχυρίζονται πολλοί αναλυτές, οι πόλεμοι των ΗΠΑ την τελευταία τριακονταετία με σημαντικότερους αυτούς στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν δεν έγιναν για οικονομικούς αλλά για ιδεαλιστικούς λόγους. Ήταν πόλεμοι που κόστισαν δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς να έχουν κάποιο ιδιαίτερο κέρδος για το αμερικανικό έθνος. Και ήταν πόλεμοι οι οποίοι βασίζονταν στη θεωρία του «εκδημοκρατισμού» και της δια του πολέμου «εξαγωγής της δημοκρατίας». Εν ολίγοις, σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν έπρεπε να επέμβει η Δύση με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο επενέβη κατά της ναζιστικής Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Έπρεπε να καταστραφεί η «δύναμη του κακού» για να χτιστεί από την αρχή ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου στις χώρες αυτές. Η χίμαιρα αυτή επέφερε αδιαμφισβήτητα ηθική κόπωση και απογοήτευση στους Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι δεν κατανοούν πλέον την ιδεαλιστική βάση της επέμβασης. Συνεπώς, ο απομονωτισμός μοιάζει προς το παρόν μονόδρομος.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση