ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Περί αρχαιογνωσίας. Ι. Ο Tocqueville στο Princeton

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Οι σπουδαστές κλασικών σπουδών στο πανεπιστήμιο Princeton δεν θα είναι πλέον υποχρεωμένοι να μαθαίνουν ελληνικά ή λατινικά. Με την αλλαγή αυτή η σχολή του επιφανούς αμερικανικού ιδρύματος επιχειρεί να δώσει σε περισσότερους φοιτητές το κίνητρο να σπουδάσουν το εν λόγω γνωστικό αντικείμενο. Η σχολή έχει επιπλέον καταργήσει την «κλασική κατεύθυνση», η οποία απαιτούσε επάρκεια στα ελληνικά ή τα λατινικά για την εισαγωγή στο συγκεκριμένο πεδίο σπουδών. Ο διευθυντής των προπτυχιακών σπουδών και καθηγητής κλασικών σπουδών Josh Billings διευκρίνισε ότι το Τμήμα θα προσφέρει την ίδια ποικιλία μαθημάτων, ενώ θα συνεχίσει να ενθαρρύνει την παρακολούθηση των κλασικών γλωσσών, εφόσον αυτές συμβαδίζουν με τις ακαδημαϊκές επιδιώξεις των φοιτητών. Ταυτόχρονα επεσήμανε ότι οι αλλαγές αυτές θα παρέχουν στους φοιτητές μεγαλύτερη ελευθερία στην εκπαίδευσή τους.

Το Τμήμα Κλασικών Σπουδών τόνισε εξάλλου ότι η απόφαση να καταργηθούν οι γλώσσες ως προαπαιτούμενο προσόν εντάσσεται σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η δημοκρατική συμμετοχή και η ισότητα όλων στο πλαίσιο του προγράμματος. «Κάποτε η εκτίμηση της Ελλάδας και της Ρώμης ως υποδειγματικών πολιτισμών, τους οποίους μελετούσαμε μέσα στην εξαίρετη απομόνωσή τους, ήταν δεδομένη. Σήμερα, οι κλασικιστές μελετούν ένα ευρύτερο φάσμα συγχρονικών και διαχρονικών σχέσεων και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στους [κοινωνικούς, φυλετικούς και άλλους] αποκλεισμούς», εξήγησε το διακεκριμένο Πανεπιστήμιο, προσθέτοντας ότι «όσον αφορά τις συγχρονικές σχέσεις, διερευνούμε, για παράδειγμα, πώς κυκλοφορούσαν οι ιδέες και οι μορφές έκφρασης μεταξύ της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Εγγύς Ανατολής, σε ποιο βαθμό οι Ρωμαίοι και οι Βορειο-Αφρικανοί [Καρχηδόνιοι] εχθροί τους μοιράζονταν τα ίδια πολιτισμικά πρότυπα, πώς οι Αρχαίοι σχετίζονταν με το φυσικό και το κοινωνικά κατασκευασμένο περιβάλλον και πώς συγκρίνονται οι απαρχές της λογοτεχνίας στην Ελλάδα και τη Ρώμη με αυτές στον υπόλοιπο κόσμο».Το Τμήμα ανέφερε πως έλαβε σοβαρά υπόψη τους τρόπους με τους οποίους ο ελληνικός και ο ρωμαϊκός πολιτισμός «εργαλειοποιήθηκαν και έγιναν συνένοχοι σε διάφορες μορφές αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένης της δουλείας, των φυλετικών διακρίσεων, της υπεροχής των λευκών, του δόγματος του «προφανούς προορισμού» (manifest destiny) και της πολιτισμικής γενοκτονίας». Αυτό που προσάπτουν στην ουσία στις αρχαίες γλώσσες είναι το αίσθημα ανωτερότητας που αποκομίζει όποιος αισθάνεται απόγονος του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, ισχυρίζονται ότι ο πολιτισμός αυτός δεν αποτελεί παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά, αλλά «εθνικό» θησαυρό των εθνών της Δύσης. Η αίσθηση υπεροχής των λαών αυτών τους καθιστά υπερόπτες και μισαλλόδοξους.

Μολονότι η ιδεολογική ηγεσία του πανεπιστημίου του Princeton προσπαθεί να περάσει τις αιτιάσεις αυτές ως πρωτοποριακό επίτευγμα της δημοκρατικής ευαισθησίας μιας ελίτ στη μετά Trump εποχή, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι πρωτοφανές.Κατά τον 19ο αιώνα, στη Γαλλία, διατυπώθηκαν εντονότατες κριτικές για τη διδασκαλία των λατινικών και των αρχαίων ελληνικών. Οι επικρίσεις αφορούσαν το περιεχόμενο της διδασκαλίας, δηλαδή τους κλασικούς συγγραφείς, οι οποίοι δέχονταν τα πυρά είτε των ακραιφνών καθολικών κύκλων, παπιστών (ultramontains), είτε των οικονομολόγων, υπέρμαχων του ελεύθερου εμπορίου. Σύμφωνα με τον αβά Jean Joseph Gaume (1802-1879), στο προπαγανδιστικό του φυλλάδιο «Το τρωκτικό σκουλήκι» (1851), ο παγανισμός στην εκπαίδευση, με όχημα τις κλασικές σπουδές, είχε διαφθείρει τα ήθη της νεολαίας από την Αναγέννηση και μετά. Παράλληλα, ο Frédéric Bastiat, σημείο αναφοράς των νεοφιλελεύθερων αγγλοσαξόνων στοχαστών, στο έργο του «Απολυτήριο και σοσιαλισμός» (1850) ασκούσε δριμεία κριτική στα κλασικά πρότυπα λαών όπως οι Ρωμαίοι, που λεηλατούσαν αντί να ασκούν το εμπόριο και είχαν σκλάβους. Το θέμα αυτό είχε σχολιάσει και ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος Alexisde Tocqueville, σημείο αναφοράς της φιλελεύθερης σκέψης, στον δεύτερο τόμο της «Δημοκρατίας στην Αμερική» (ΙΙ, Ι, 15), του 1840, στο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Γιατί η μελέτη της ελληνικής και λατινικής γραμματείας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις δημοκρατικές κοινωνίες». Ο Tocqueville δεν υπεραμύνεται απλά της αρχαιογνωσίας, αλλά προτείνει και την εισαγωγή της διδασκαλίας των κλασικών κειμένων σε μια νέα δημοκρατία, όπου το ατομικό συμφέρον και η ασφάλεια του κράτους επιτάσσουν η μαζική εκπαίδευση να είναι επιστημονική, εμπορική και βιομηχανική και όχι φιλολογική. Τα ελληνικά και τα λατινικά δεν πρέπει να διδάσκονται σε όλα τα σχολεία, αλλά είναι σημαντικό όσοι προορίζονται και είναι προικισμένοι στο να καλλιεργούν τα κλασικά γράμματα να μπορούν να απευθυνθούν σε κάποια άριστα πανεπιστήμια για τον σκοπό αυτό, έγραφε.

Ο Tocqueville δεν θεωρεί πως όλα όσα υποστήριξαν οι Αρχαίοι είναι ηθικά και πολιτικά άμεμπτα. Πιστεύει όμως ότι τα κλασικά κείμενα και συγγραφείς διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν ως αντιστάθμισμα στα δικά μας ιδιαίτερα δημοκρατικά ελαττώματα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μας στηρίζουν καθώς γέρνουμε στο χείλος του γκρεμού». Γράφει ο Tocqueville: «Αρκεί να ρίξετε μια ματιά στα γραπτά που μας κληροδότησε η αρχαιότητα για να διαπιστώσετε ότι οι συγγραφείς της […] επεδείκνυαν πάντοτε θαυμαστή τέχνη και φροντίδα στις λεπτομέρειες.Τίποτα στα έργα τους δεν φαίνεται να γίνεται βιαστικά ή τυχαία. Όλα απευθύνονται σε γνώστες και είναι γραμμένα σε ανάλογο ύφος. Μόνιμο μέλημά τους αποτελεί η αναζήτηση του ιδανικού κάλλους». Είναι επομένως χρήσιμο μέσω των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας να μεταλαμπαδευτούν οι κλασικές αρετές στη νεότερη εποχή. Θα βοηθήσουν έτσι στην χαλιναγώγηση των πιο ακραίων από τα δημοκρατικά μας πάθη, δίνοντας βάθος και συνέχεια στο έργο των δημοκρατικών θεσμών.

Ο κ. Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου και εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση