ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Περί κυρώσεων στην Τουρκία

Του Γιάννη Ιωάννου

Του Γιάννη Ιωάννου

To ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία για τις έκνομες γεωτρήσεις της στην κυπριακή ΑΟΖ πρωτοακούστηκε στην κυπριακή δημόσια σφαίρα στα τέλη του 2018. Έκτοτε, αποτέλεσε για την κοινή γνώμη ένα εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης που παραφούσκωσε από τους πηχυαίους τίτλους των κυπριακών ΜΜΕ για την τιμωρία της Τουρκίας – που θα της προκαλούσε μάλιστα ισχυρό πολιτικό και οικονομικό κόστος. Η Κ.Δ. σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο δεν κατόρθωσε, πέραν του καλοκαιριού του 2019, να επιβάλει κάποιες ισχυρές κυρώσεις στην Τουρκία. Προστέθηκαν –σε σχετική λίστα– δύο ονόματα υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων της τουρκικής κρατικής εταιρείας υδρογονανθράκων (ΤΡΑΟ) που ωστόσο ούτε αποθάρρυναν την Τουρκία από το να συνεχίσει το παράνομο ερευνητικό της πρόγραμμα πέριξ της Κύπρου, αλλά ούτε κατέστησαν την τουρκική εταιρεία μη ικανή στο να στρατολογήσει εξειδικευμένο προσωπικό για τους σκοπούς, τεχνικά, μιας offshore γεώτρησης. Η επιμονή μάλιστα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο να επαναφέρει, διά του ΥΠΕΞ της, σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα των κυρώσεων στην Τουρκία δημιούργησε και μια ευέλικτη προσαρμοστικότητα στην Τουρκία ως προς το ενεργειακό της πρόγραμμα στην ανατολική Μεσόγειο: την έκανε να «εθνικοποιήσει» τον τρόπο και τα Μέσα προκειμένου να επιτύχει κάτι τέτοιο, να «αποκρύψει» τα πολύτιμα assets της και να εστιάσει εξ ολοκλήρου, καθώς ο καιρός περνούσε και η εμπειρία αυξάνονταν, σε μια στρατηγική «ιδίων μέσων» προκειμένου να μη βασίζεται σε προσωπικό και τεχνογνωσία από χώρες με παράδοση στην εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Σήμερα, η Τουρκία διαθέτει έναν ολοκληρωμένο στόλο από πλοία-γεωτρύπανα και ερευνητικά σκάφη και επανέρχεται στην Ανατολική Μεσόγειο για να ολοκληρώσει το γκριζάρισμα των θαλάσσιων ζωνών, αλλά και με απώτερο στόχο να δημιουργήσει ένα τετελεσμένο επί της κυπριακής ΑΟΖ με την εξεύρεση κοιτάσματος. Και λόγω των εξελίξεων στο Βαρώσι η Κ.Δ. επανέρχεται με το χαρτί των κυρώσεων, σε μια πολιτική που μάλλον έχει χάσει σε επίπεδο Βρυξελλών, την έξωθεν καλή μαρτυρία της. Λίγο οι ακροβατισμοί με το ζήτημα της Λευκορωσίας, λίγο η πρόσληψη μεταξύ των ευρωπαϊκών κύκλων για επίλυση του Κυπριακού έναντι σκληρών κυρώσεων στην Τουρκία για τις ενέργειές της στο τελευταίο και λίγο οι... «παλιές αμαρτίες» αποδυναμώνουν την πολιτική της Λευκωσίας για επιβολή κόστους στην Άγκυρα. Παράλληλα, για ζητήματα μεγαλύτερης γεωπολιτικής αξίας από το Κυπριακό, η Ουάσινγκτον επιβάλλει CAATSA (The Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act) για το ζήτημα των ρωσικών S-400, ενώ περιπτώσεις όπως του Osman Kavala δείχνουν να αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις παράνομες γεωτρήσεις του «Υavuz» στα αδειοδοτημένα τεμάχια «6», «7» και «8» της κυπριακής ΑΟΖ. Ενδείξεις που θα έπρεπε να προβληματίσουν τη Λευκωσία σε επίπεδο χάραξης και εφαρμογής πολιτικής στη λογική του ή κάποιος κάνει πολύ μεγάλα λάθη ή κάτι, εξαρχής δεν πάει τόσο καλά. Δεν γίνεται κάθε φορά να ευθύνεται, αποκλειστικά, η Γερμανία ή η Ολλανδία ή το γεγονός πως η τουρκική οικονομία απειλεί να τινάξει στον αέρα το ισπανικό τραπεζικό σύστημα. Όλα αυτά είναι γνωστά και εντός της δυναμικής των 27 χωρών της Ε.Ε. είναι προφανή τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και οι λεπτές ισορροπίες σε σχέση με την Τουρκία. Μήπως φταίει κάτι άλλο;

Για να απαντήσει κανείς στο κρίσιμο αυτό ερώτημα πρέπει να προσεγγίσει την έννοια της πρόκλησης πολιτικού και οικονομικού κόστους προς την Τουρκία πέραν των συνθημάτων και των πρωτοσέλιδων για εσωτερική κατανάλωση: Πρέπει να λάβει υπόψη του τη μετά το 2004 ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και τη στάση της Λευκωσίας, τη συνέπεια της Κ.Δ. ως προς τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό, ιδίως κοντά στην κρίση του 2012-2014 αλλά και με τη Ρωσία, το Κυπριακό ως πρόσληψη στους κόλπους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών και την αξιοπιστία της Κ.Δ. έναντι της αναθεωρητικής και επιθετικής Τουρκίας αμέσως μετά την κατάρρευση των συνομιλιών του 2017. Και πρέπει επίσης να αναστοχαστεί ως προς την ουσία των πολιτικών επιβολής κυρώσεων (sanctions policy) σε σχέση με την αποτελεσματικότητά τους αναφορικά με την πρόκληση οικονομικού και πολιτικού κόστους. Από το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο και την προ του 2003 περίοδο επιβολής κυρώσεων στον Σαντάμ Χουσεΐν μέχρι τη σύγχρονη συζήτηση για τη χρήση των κρυπτονομισμάτων ως συνθήκης αναθεώρησης και επανασχεδιασμού της πολιτικής κυρώσεων, πολλοί και διάφοροι δρώντες έχουν δείξει ισχυρή ανθεκτικότητα σε κάτι τέτοιο. Γιατί να μην το πράξει και η Τουρκία, όσο επιθυμητές και επιβεβλημένες και αν είναι οι κυρώσεις στην Τουρκία του Ερντογάν για τις έξι παράνομες γεωτρήσεις της στην κυπριακή ΑΟΖ και την παραβίαση των ψηφισμάτων του ΣΑ του ΟΗΕ για το Βαρώσι;

Με άλλα λόγια: Θέλουμε να παίξουμε σκληρή πρόταξη στο Κυπριακό και να μπαίνουμε στις Συνόδους Κορυφής ως πραγματικοί παίκτες αρνησικυρίας (veto players), να μας βλέπουν οι εταίροι μας και να λαμβάνουν το μήνυμα; Ας το κάνουμε σωστά, επανακαθορίζοντας, στην πορεία, ξανά την αξιοπιστία μας και ανακτώντας το ηθικό μας πλεονέκτημα ως της μόνης κατεχόμενης χώρας της Ε.Ε. Απαιτεί κόπο αυτό και πολιτική βούληση. Ειδάλλως, είναι καλός και ο σανός για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης όσο η Τουρκία θα συνεχίζει απρόσκοπτα τις παρανομίες της.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Γιάννη Ιωάννου

Γιάννης Ιωάννου: Τελευταία Ενημέρωση