ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο Φρανκενστάιν, ο κορωνοϊός και εμείς

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Η παραγωγή εμβολίων για την καταπολέμηση του κορωνοϊού μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο από την εξάπλωσή του είναι αναμφισβήτητα τεράστιο επίτευγμα των βιοϊατρικών επιστημών. Η παγκόσμια συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών ερευνητικών ιδρυμάτων, πανεπιστημίων και φαρμακοβιομηχανιών κατόρθωσε κάτι που η ανθρωπότητα θεωρούσε αδύνατο στην αρχή της πανδημίας, να παραγάγει ένα αποτελεσματικό εμβόλιο κατά ενός επικίνδυνου και άγνωστου σε εμάς ιού. Παρόλη όμως την αποτελεσματικότητα της επιστήμης, παρατηρείται ένα μεγάλο κύμα αμφισβήτησης και καχυποψίας απέναντι στην ερευνητική λογική και τα επιστημονικά πορίσματα. Τη στιγμή που η ανθρωπότητα περιμένει τη λύση από τους μαζικούς εμβολιασμούς και το πολυαναμενόμενο τείχος ανοσίας που αυτοί θα χτίσουν, τα εμβόλια ενοχοποιούνται στα κοινωνικά δίκτυα. Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού αρνείται να εμβολιαστεί από φόβο ή και καχυποψία απέναντι σε πρωτοπόρες επιστημονικές ανακαλύψεις, όπως τα εμβόλια τύπου m-RNA. Με άλλα λόγια, ενώ η επιστήμη έχει κερδίσει στον αγώνα κατά του κορωνοϊού, δείχνει να χάνει τη μάχη στον τομέα της επικοινωνίας και της πληροφόρησης. Και το ερώτημα που εγείρεται είναι εύλογο: γιατί η επιστήμη δεν πείθει;

Στην εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης του θεμελιώδους έργου του «Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου» (1895), ο ÉmileDurkheim, παρότι ρασιοναλιστής, ζητεί από τους κοινωνιολόγους και την κοινωνία να έχουν «πίστη (foi) στην επιστήμη». Για ποιο λόγο αυτή η επίκληση ενός ρασιοναλιστή επιστήμονα στην «πίστη»; Γιατί δεν αρκείται ο Γάλλος κοινωνιολόγος στην επίκληση του λόγου; Είναι άραγε πεπεισμένος ότι ο ορθολογισμός είναι τόσο ξένος στην ανθρώπινη φύση ώστε και η ίδια η επιστήμη να χρειάζεται να βασιστεί στο ανορθολογικό στοιχείο της πίστης; Ο Durkheim δεν απαντάει στο μεγάλο ερώτημα που θέτει. Η προσέγγισή του είναι καθαρά θετικιστική, ενώ η απάντηση στο ερώτημα έχει αναγκαστικά ερμηνευτικό χαρακτήρα. Μπορεί η κοινωνιολογική επιστήμη να είναι θέμα «αντικειμενικών κοινωνικών γεγονότων», ωστόσο η «πίστη στην επιστήμη» δεν είναι θέμα επιστημονικών παραγόντων αλλά «υποκειμενικής» ερμηνείας των γεγονότων. Αυτή τη λογική ακολούθησαν οι παρατηρήσεις δύο μεγάλων στοχαστών του 17ου και του 20ού αιώνα, του Pascal και του Wittgenstein. Ο πρώτος στοχαστής παρατηρούσε ότι όποιος πιστεύει, ερμηνεύει τον κόσμο συστηματικά με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι όποιος δεν πιστεύει. Η ακλόνητη πίστη του στον «Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ» δεν εμπόδισε βέβαια τον σπουδαίο μαθηματικό και φυσικό να αποδείξει με πειραματικό τρόπο την ύπαρξη του κενού. Ο δεύτερος στοχαστής, ο Wittgenstein, που βρισκόταν στο ίδιο μήκος κύματος με τον Pascal, παρατηρούσε ότι ο αισιόδοξος και ο απαισιόδοξος δεν ζουν στον ίδιο «κόσμο», καθότι ερμηνεύουν και αξιολογούν συστηματικά με διαφορετικό τρόπο τα συμβάντα της καθημερινής τους ζωής. Αν με τον όρο «κόσμο» εννοούμε το σύνολο των εκτιμήσεων και αξιολογήσεων της ούτως ή άλλως δυσερμήνευτης πραγματικότητας, η ρήση του Αυστριακού φιλοσόφου είναι απόλυτα σαφής. Στο πρόβλημα λοιπόν που έθεσε ο Durkheim, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι, ενώ η «επιστήμη» είναι για τον επιστήμονα ένα σύνολο μεθόδων και πρωτοκόλλων, για τον κοινό νου είναι το σύνολο των κοινωνικών αναπαραστάσεων και αξιολογήσεων του κοινωνικού γεγονότος που ονομάζεται «επιστήμη». Με άλλα λόγια, ο «κόσμος» της επιστήμης δεν είναι απαραίτητα επιστημονικός. Αυτή είναι μια σημαντική λεπτομέρεια την οποία παραλείπουν όσοι προσπαθούν να προωθήσουν την επιστήμη στην κοινωνία, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν επιστημονικά και όχι κοινωνικά επιχειρήματα για να πείσουν την επιφυλακτική και απαισιόδοξη μερίδα του πληθυσμού που αρνείται να εμβολιαστεί.

Η συγγραφέας που παρουσίασε για πρώτη φορά με εντυπωσιακή γλαφυρότητα την απαισιοδοξία του ανθρώπου απέναντι στην επιστήμη του Διαφωτισμού ήταν η Βρετανίδα Mary Shelley. Στο πασίγνωστο έργο της «Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας», η Shelley εκφράζει τη βαθιά δυσπιστία και άρνηση του κόσμου της Νεωτερικότητας, της βιομηχανικής επανάστασης και του επιστημονικού ορθολογισμού. Ο «κόσμος» που ζωντανεύει στις σελίδες του βιβλίου της Mary Shelley είναι ο «κόσμος» των ρομαντικών στοχαστών και ποιητών του 19ου αιώνα, που έβλεπαν αρνητικά και καχύποπτα την πρόοδο να εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, να ανατρέπει τα δεδομένα τους και τις εδραιωμένες αντιλήψεις τους για τη ζωή και τον θάνατο. Ήταν η αντίδραση στον μύθο της προόδου και στην επίσης ανορθολογική πίστη ότι η σύγχρονη επιστήμη μπορεί να καταργήσει τον θάνατο. Όπως έγραφε και ένας άλλος ρομαντικός ποιητής του 19ου, ο Γερμανός Reiner Μaria Rilke, στις μέρες μας πλέον κανείς δεν πεθαίνει από θάνατο, όλοι πεθαίνουμε από κάποια αρρώστια. Η εκτίμηση αυτή, κυρίαρχη στη σύγχρονη κοινωνία μας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όταν βρούμε το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες ή το εμβόλιο για όλους τους ιούς και τα βακτήρια του κόσμου, θα σταματήσουμε να πεθαίνουμε. Ο κοινός νους αντιλαμβάνεται βέβαια τον παραλογισμό ενός τέτοιου συλλογισμού.

Δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον «κόσμο» των αρνητών του εμβολιασμού, αν δεν κατανοήσουμε αυτή την ουσιωδώς απαισιόδοξη στάση απέναντι στην επιστήμη που τόσο εύγλωττα εκφράζει το αριστούργημα της Mary Shelley. Για να πείσουμε πρέπει να συνομιλήσουμε και για να συνομιλήσουμε πρέπει να αντιληφθούμε την ερμηνευτική λογική του άλλου. Οι επιστήμονες ή όσοι «πιστεύουν» στον εμβολιασμό, αν θέλουν να πείσουν τους αντεμβολιαστές, δεν πρέπει να αρκούνται σε επιστημονικά επιχειρήματα. Πρέπει πάνω απ’ όλα να κατανοήσουμε ότι στον κόσμο του αντεμβολιαστή, η Επιστήμη έχει το πρόσωπο του Δόκτορα Φρανκενστάιν.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση