Η επίθεση του Τραμπ κατά της Βενεζουέλας και η «θεαματική» απαγωγή του Μαδούρο και της συζύγου του αποτελεί μια ωμή επιβεβαίωση ότι μαζί με τον νέο χρόνο εισήλθαμε πανηγυρικά σε μια επικίνδυνη εποχή, όπου κανονικοποιείται η αυθαιρεσία ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και «επιτρέπει» στους μονομανείς ηγέτες να μπαίνουν σε μια χώρα, να παίρνουν τον πρόεδρο της –ό,τι κι αν είναι αυτός– και να υποστηρίζουν πως πρόκειται για «προστασία της δημοκρατίας». Το ακόμα πιο ανησυχητικό ωστόσο σε αυτή την παρανόηση είναι πως κοινή γνώμη και κόμματα, και εδώ και αλλού, παρουσιάζουν συμπτώματα ανοσίας απέναντι σ’ αυτή τη νέα «κανονικότητα», τηρώντας μια στάση που αφήνει να νοηθεί πως ενδεχομένως ορθώς έπραξε ο Τραμπ αφού η χώρα έπρεπε να σωθεί από τον κακό δικτάτορα Μαδούρο. Εκδίδουν μάλιστα θολές ανακοινώσεις μεσοβέζικου τύπου –βλέπε κόμματα της Δεξιάς– όπου αποφεύγοντας να κατονομάσουν τα πράγματα με το όνομά τους και να τοποθετηθούν χωρίς αποσιωπητικά υπέρ της προστασίας του διεθνούς δικαίου, διαφαίνεται πως προέχει η ανάγκη τους για διπλωματική αυτοπροστασία παρά για καθαρή πολιτική θέση απέναντι σ’ αυτό που σήμερα βαφτίζεται «ρεαλισμός» και το οποίο δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, που με τίποτα δεν δικαιολογείται όσο απαράδεκτο κι αν υπήρξε το καθεστώς Μαδούρο. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την ανακοίνωση π.χ. του ΔΗΣΥ όπου καμία λέξη για το ότι το διεθνές δίκαιο έχει καταντήσει χαρτί υγείας για τους ισχυρούς «γκάγκστερ» της πολιτικής; «Η Βενεζουέλα», λέει η ανακοίνωση του ΔΗΣΥ, «βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και ο λαός της αξίζει ελευθερία, δημοκρατία και σεβασμό της βούλησής του ύστερα από χρόνια πολιτικής και κοινωνικής κρίσης υπό το καθεστώς Μαδούρο. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να σταθεί υπέρ μιας ειρηνικής, δημοκρατικής μετάβασης με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη του ΟΗΕ». «Το μέλλον της Βενεζουέλας» –καταλήγει η ανακοίνωση– «πρέπει να ανήκει στο λαό της, όχι στη βία και στο χάος». Κι αυτό τώρα πρέπει ο σκεπτόμενος και προβληματισμένος πολίτης να το ερμηνεύσει ως ξεκάθαρη πολιτική θέση απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και τις γκανγκστερικές μεθόδους Τραμπ, που μετατρέπουν την υφήλιο σε γήπεδο για real estate επιθετικές κινήσεις; Από την άλλη, υπάρχουν και εκείνοι που υψώνουν τη φωνή τους –βλέπε ΑΚΕΛ– και θυμούνται τον ιμπεριαλισμό, αλλά το κάνουν επιλεκτικά αφού καταγγέλλουν μόνο τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που δεν προσκρούουν στις δικές τους αγκυλώσεις, οι οποίες σε άλλες περιπτώσεις τους οδήγησαν σε εκκωφαντική σιγή ιχθύος. Με άλλα λόγια, ανάλογα με το ποιος διαπράττει την αυθαιρεσία και απέναντι σε ποιον, υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο α λα καρτ, αποδεικνύοντας πως η ευαισθησία τους δεν εκπορεύεται από κάποιες αξίες αλλά από τον δογματικό τους αντιδυτικισμό, αφού π.χ. στην περίπτωση της Ουκρανίας όπου ο επιτιθέμενος ήταν ο Πούτιν παρίσταναν τις πάπιες και ούτε λέξη όταν ο Τραμπ ξεφτίλιζε τον Ζελένσκι και «θαύμαζε» ταυτόχρονα τη «στρατηγική» του Πούτιν. Τότε ο Τραμπ δεν ήταν ο αδίστακτος ιμπεριαλιστής που είναι σήμερα; Κι αυτό ο σκεπτόμενος πολίτης πρέπει να το καταπιεί αμάσητο, συγχαίροντας την αριστερά για την επιλεκτική της «ευαισθησία» και την «τόλμη» της να υψώνει φωνή; Ισως τελικά όλα αυτά –μικρά, μεγάλα, σημαντικά και «ασήμαντα»– να είναι αλληλένδετα, με την έννοια ότι αποτελούν όλα μαζί συμπτώματα της ίδιας αξιακής κατάπτωσης που ανοίγει το τόσο επικίνδυνο πέρασμα στην αυθαιρεσία, η οποία παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτη πραγματικότητα. «Ο ρεαλισμός της ισχύος είναι πάντοτε ο δρόμος προς τη βαρβαρότητα», είπε κάποτε ο Καστοριάδης και η ιστορία το έχει αποδείξει επανειλημμένα. Και γι’ αυτό η καθαρή πολιτική στάση απέναντι σε ό,τι συμβαίνει αυτήν τη στιγμή είναι δημοκρατική υποχρέωση. Διότι αν αποδεχθούμε σιωπηρά και με επιλεκτικές ευαισθησίες πως οι ισχυροί επιβάλλονται όπου και όπως θέλουν, τότε παραιτούμαστε αυτόματα από το δικαίωμα να επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο όντας στη θέση του αδύναμου.

