ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ρακέτες και μπερδεμένες ταυτότητες

Στην Κύπρο το ζήτημα της ταυτότητας δημιουργεί την αρχή και το τέλος μιας δημόσιας συζήτησης, η οποία μπορεί να μετατρέψει οποιοδήποτε ζήτημα σε μια σύγκρουση «ελληνικότητας» και «κυπροκεντρισμού».

Του Γιάννη Ιωάννου

Του Γιάννη Ιωάννου

Στην Κύπρο το ζήτημα της ταυτότητας δημιουργεί την αρχή και το τέλος μιας δημόσιας συζήτησης, η οποία μπορεί να μετατρέψει οποιοδήποτε ζήτημα σε μια σύγκρουση «ελληνικότητας» και «κυπροκεντρισμού». Αφορμή το τένις, ένα δημοφιλές άθλημα τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο λόγω των τεράστιων επιτυχιών του Μάρκου Παγδατή τα περασμένα χρόνια. Η πρόσφατη επιτυχία του Στέφανου Τσιτσιπά, που έφτασε μέχρι τα τελικά του Roland Garros, στάθηκε η αφορμή για ένα debate στη δημόσια σφαίρα των κυπριακών ΜΚΔ για το αν είναι ο πρώτος Έλληνας που φτάνει τόσο ψηλά στο τένις. Ορισμένοι Κύπριοι αποκρίθηκαν πως ο Μάρκος Παγδατής είναι ο «πρώτος Έλληνας» που καταξιώθηκε στο τένις και όχι ο Τσιτσιπάς. Και κάπου εκεί, μεταξύ σοβαρού και τρολαρίσματος, ξεκίνησε ο γνωστός πόλεμος των ταυτοτήτων. Το αστείο είναι πως τόσο ο Τσιτσιπάς όσο και ο Παγδατής δεν έχουν, ακριβώς, 100% ελληνική εθνική καταγωγή. Η μητέρα του Τσιτσιπά κατάγεται από τη Ρωσία, ενώ ο πατέρας του Παγδατή κατάγεται από τον Λίβανο. Ως καταξιωμένοι αθλητές αμφότεροι, αγωνίστηκαν για την Ελλάδα και την Κύπρο, αντίστοιχα.

Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε μια εποχή με πολλαπλές ταυτότητες. Αναπόφευκτα, η εθνική καταγωγή είναι μια εξ αυτών. Και στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι πολύ διακριτό πως οι πολίτες αυτού του κράτους –από καταβολής του, δεν είναι όλοι πολίτες ελληνικής εθνικής καταγωγής. Υπάρχουν Κύπριοι που η εθνική τους καταγωγή είναι μη ελληνική. Στην σύγχρονη ταραγμένη, πολιτικά, ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας το εθνοτικό υπόβαθρο αποτέλεσε εκ των βασικών λόγων για τον οποίο οι δύο, κυρίαρχες, κοινότητες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων συγκρούστηκαν βίαια, εισάγοντας τον εθνικισμό και τον σοβινισμό των μητέρων-πατρίδων, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Το αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής δυναμικής διαδικασίας που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 για να ολοκληρωθεί με τον τραγικό επίλογο της τουρκικής εισβολής το 1974 αποτέλεσε και τον βασικό λόγο που ακόμη το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας διχάζει την κυπριακή κοινωνία, τόσο εντός των κόλπων της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Ο αθλητισμός, από το λαοφιλές ποδόσφαιρο μέχρι το πιο «ελιτίστικο» τένις, αποτέλεσε διαχρονικά το πεδίο της εκδήλωσης επιμέρους κρίσεων ως προς τις εθνικές ταυτότητες. Είναι εξάλλου ένα πεδίο στο οποίο εκδηλώνεται πάθος, τρέλα, οπαδισμός και συναισθήματα τέτοια που επικρατεί το συναίσθημα έναντι της λογικής και ο παρορμητισμός έναντι της αυτοσυγκράτησης. Στην Κύπρο μάλιστα που το ποδόσφαιρο αποτελεί, παραδοσιακά, ένα κατ’ εξοχήν πολιτικοποιημένο αντικείμενο, με τις ομάδες να ελκύουν την ιστορική και ιδεολογική τους καταβολή σε πολύ συγκεκριμένες ιστορικές πραγματικότητες. Αν στην Κύπρο ακολουθείς πιστά μια ομάδα, κατ’ επέκταση ανήκεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιδεολογικά κάπου. Στην Κύπρο, επίσης, όσοι παθιάζονται με το δίπολο «ελληνικότητας» και «κυπροκεντρισμού» συνήθως συγκρούονται και σε πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο, με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ο ένας για τον άλλο. Την ίδια στιγμή, για συγκεκριμένους λόγους τόσο ιστορικά όσο και στο σύγχρονο επίπεδο, η έννοια της πολιτότητας δείχνει να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Ο φανατικός «Κυπραίος» ή «Έλλην της Κύπρου» προτιμάει σαφώς να αισθάνεται πιο άνετα περιχαρακωμένος εντός της εθνικής του ταυτότητας, παρά να είναι ένας συνεπής πολίτης-υπήκοος του κράτους στο οποίο ανήκει –με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Η ιστορία θυμίζει λίγο το ιστορικό ανέκδοτο, στην Κύπρο των αρχών του 20ού αιώνα, όπου τόσο ο παπάς όσο και ο μουφτής του χωριού που συλλαμβάνουν το πουλάκι που αφοδεύει, εναλλάξ στο καμπαναριό και στον μιναρέ ενός μικτού χωριού, αναρωτιούνται αν στο τέλος της ημέρας «εν Κύπριος, αντί για Έλληνας ή Τούρκος».

Καθώς το Κυπριακό οδεύει, αναπόφευκτα, προς μια πορεία περαιτέρω εμπέδωσης τετελεσμένων αποτελεί ενδιαφέρουσα δυναμική, για να παρακολουθήσει κανείς πώς ο μέσος Ελληνοκύπριος (αλλά και ο Τουρκοκύπριος) θα αντιδράσουν σε σχέση με την εθνική τους καταγωγή, την ταυτότητα και την πολιτότητά τους. Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα μια στροφή προς την «ελληνικότητα» έρχεται εξ ορισμού σε αντίφαση με τον αγώνα για τη διασφάλιση της Κυπριακής Δημοκρατίας –της μοναδικής de jure ενότητας στο νησί που πρέπει να διασφαλιστεί για λόγους επιβίωσης. Για τους Τουρκοκύπριους μια μελλοντική αναγνώριση της λεγόμενης «ΤΔΒΚ» τους φέρνει ενώπιον μιας άλλης μάχης επιβίωσης: της μη συντριβής υπό το βάρος της τουρκικής πολιτικής, οικονομικής και θρησκευτικής επιρροής.

Στην Κύπρο τσακωνόμαστε για το ποδόσφαιρο, το τένις και τις ταυτότητές μας. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν έχουμε καμιά επιτυχία στα δημοφιλή ομαδικά σπορ με την Εθνική Κύπρου την στιγμή που η Ελλάδα και η Τουρκία τόσο σε επίπεδο εθνικών συγκροτημάτων όσο κι επιμέρους αθλητικών σωματείων βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, ως Ελληνοκύπριοι, αισθανθούμε υπερήφανοι για την ελληνική μας καταγωγή και ταυτόχρονα συνεπείς ως προς την ιδιότητά μας ως πολιτών σε ένα κράτος που από τη γέννησή του έχει και πολίτες μη ελληνικής καταγωγής, ίσως τα καταφέρουμε καλύτερα. Ας μην το συνειδητοποιήσουμε, μετά τη διχοτόμηση.

ioannou.g@kathimerini.com.cy

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Γιάννη Ιωάννου

Γιάννης Ιωάννου: Τελευταία Ενημέρωση