ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Του Σταύρου Χριστοδούλου

stavros.christodoulou@gmail.com

Θυμάται κανείς τα ονόματα των γυναικών που μακέλεψε ο Μεταξάς; Εγώ πάντως τα είχα ξεχάσει, ώσπου διάβασα προχθές πως «ουδείς θα παραπεμφθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για παράλειψη καθήκοντος». Μάλιστα. Ουδείς λοιπόν. Κι ας μην αναζήτησαν τις Μαρί Ρόουζ, Μαρικάρ Βαλδέζ, Σιέρα, Αριάν Παλάνας, Κάχτα Ανού, Λίβια Φλορεντία και Έλενα Μπουνέα. Επειδή προφανώς δεν τις έλεγαν Αργυρώ ή Ελπίδα, κάτι ελληνικό τέλος πάντων που θα σήμαινε πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι τις περιμένουν.

Τη γυναίκα που βρέθηκε σε μια σακούλα στη νεκρή ζώνη επίσης δεν γνωρίζω πως τη λένε. Μπορεί και να μην το είπαν, αλλά και να το ανέφεραν υποθέτω είμαστε όλοι αρκετά υποψιασμένοι πια ώστε να ξέρουμε πως γυναίκες σαν κι αυτήν είναι καταδικασμένες στη λήθη. Είχανε κρύψει το πτώμα της σε έναν αγωγό κοντά στα φώτα του Καλησπέρα και έπειτα, άγνωστο γιατί, το μετέφεραν στη νεκρή ζώνη. Ένας γεωργός το ξέθαψε ενώ ξεχέρσωνε το χωράφι του. Πέντε μήνες ήταν κρυμμένο το πτώμα. Και δεν ανησύχησε κανείς, δεν έψαξε κανείς, δεν ασχολήθηκε κανείς. Γιατί βεβαίως «ουδείς» είχε υποχρέωση να το πράξει σύμφωνα με τα επίσημα πορίσματα. Αλλά κυρίως επειδή όσοι πονούν τις γυναίκες αυτές βρίσκονται κάπου μακριά, αδύναμοι να πιάσουν την άκρη του νήματος που θα οδηγήσει στον άνθρωπό τους.

Καλό είναι να το εμπεδώσουμε αυτό. Ότι δηλαδή οι κοπέλες που μας καθαρίζουν και προσέχουν τα παιδιά μας ή τη μάνα μας, έχουν επίσης παιδιά και μάνα. Και μια ζωή. Μισερή ζωή, αλλά πάντως ζωή. Το ίδιο κι αυτοί που δουλεύουν στα βενζινάδικα ή στις οικοδομές. Ανασφάλιστοι μεν, με τρεις κι εξήντα για αμοιβή, αλλά με μια μάνα και έναν πατέρα να τους περιμένει πίσω στην πατρίδα. Καλό είναι επίσης να θυμόμαστε ότι κανείς από αυτούς δεν θα άφηνε τον τόπο του, αν δεν είχε ανάγκη. Για ένα κομμάτι ψωμί έστω. Ή για αυτά τα 500 ευρώ τον μήνα που θα θρέψουν ολόκληρη οικογένεια. Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα για εκείνους που τους ξέβρασε στις ακτές μας ο πόλεμος. Ή ο φόβος για επιβίωση. Ή ακόμα η ανάγκη για απλή επιβίωση. Ποιος ανεβαίνει σε μια βάρκα για να ταξιδέψει στο άγνωστο; Μονάχα ο απελπισμένος. Έχει αξία λοιπόν να τα θυμόμαστε αυτά, ειδικά όταν ανασύρονται από τη γη πτώματα γυναικών χωρίς όνομα.

Να τα θυμόμαστε και να κοκκινίζουμε από ντροπή, όταν μοστράρουμε τα φιλάνθρωπά μας συναισθήματα, αλλά στο σουμάρισμα της ζωής μας αποδεικνυόμαστε κατώτεροι των περιστάσεων. Δεν θεωρητικολογώ πιστέψτε με. Ο τόπος είναι μικρός άλλωστε και γνωριζόμαστε. Γιατί η κυρία που περιφέρει τις αγαθοεργίες της συλλέγοντας χρήματα για τους πεινασμένους, ξέρουμε πώς συμπεριφέρεται στους αλλοδαπούς που δουλεύουν γι’ αυτήν. Ξέρουμε τις προσβολές, ξέρουμε ότι υπάρχουν καταγγελίες, όλα τα ξέρουμε όμως κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας με το χυδαιότερο των επιχειρημάτων: ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν ήταν δύσκολο εντέλει να μάθουμε τους ιδιοκτήτες πολυκατοικίας στη Λευκωσία, οι οποίοι αρνούνται πεισματικά να ενοικιάσουν τα διαμερίσματά τους σε ξένους. Κι ας είναι περιπτώσεις υπεράνω πάσης υποψίας, με δημοκρατικές μάλιστα περγαμηνές. Κινδυνεύουμε να πνιγούμε από την μπόχα της υποκρισίας, αλλά εμείς συνεχίζουμε να καμωνόμαστε τους ανήξερους και να μηρυκάζουμε φτηνές συναισθηματολογίες στα πληκτρολόγιά μας.

Το ήθος μας μετριέται στο προσωπικό μας διά ταύτα. Εκεί που οι ξένοι βρίσκονται στη δούλεψή μας ή κατοικούν στο διπλανό σπίτι. Όπου η ανεκτικότητα και η αλληλεγγύη δεν είναι αόριστες έννοιες αλλά αφορούν στην αληθινή μας ζωή. Ο ρατσισμός έχει πολλές μορφές. Ενίοτε και ύπουλες, καμουφλαρισμένες πίσω από εράνους, δωρεές και ψυχοπονιάρικες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Παραμένει ωστόσο ωμός, απεχθής, ρατσισμός, ο οποίος μολύνει το σώμα της κυπριακής κοινωνίας. Όσο χάνονται γυναίκες που δεν τις αναζητεί κανείς και όσο σε αυτό τον τόπο επιβιώνει ο «ουδείς», κάτι σάπιο υπάρχει στο μικρό μας βασίλειο. Λίγη ειλικρίνεια χρειάζεται για να το παραδεχτούμε και λίγη παραπάνω δύναμη για να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Σταύρος Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση