ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Αν μιλούσαν όσοι έχουν συμφέρον να σωπάσουν

Του ΠΑΝΟΥ ΛΟΪΖΟΥ ΠΑΡΡΑ

Όταν το καλοκαίρι του 2018 οι εκπαιδευτικοί σήκωσαν παντιέρα εναντίον του τότε υπουργού Παιδείας και κατέβηκαν στους δρόμους για τις δύο μη διδακτικές περιόδους, που ο κ. Χαμπιαούρης ήθελε τότε να καταργήσει, ζητούσαν την έμπρακτη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών, η οποία εν πολλοίς τους την παρείχε. Θυμάμαι τότε διατύπωσα δημοσίως τις επιφυλάξεις μου ως προς τα αιτήματα των δυναμικών αντιδράσεων και είχα έρθει σε αντιπαράθεση με πολλούς φίλους δασκάλους και καθηγητές. Είχα γράψει τότε, πως εάν οι εκπαιδευτικοί ήθελαν τη στήριξη της κοινωνίας θα έπρεπε να ξεσηκωθούν διεκδικώντας παράλληλα με τις δικές τους εργασιακές συνθήκες, ένα πιο κοσμικό, σύγχρονο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το αντεπιχείρημά τους ήταν πως «αυτά μπορούν να περιμένουν, προέχει να σώσουμε το δημόσιο σχολείο, από τον αυταρχισμό της κυβέρνησης», μας έλεγαν.

Τρία χρόνια αργότερα, το δημόσιο σχολείο παραπαίει, όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα επιλέγουν την ιδιωτική εκπαίδευση, διογκώνοντας την ανισότητα, ο αυταρχισμός της κυβέρνησης δεν έχει όρια, ενώ μας έχουν κερδίσει κατά κράτος οι Πρόδρομοι, οι Χαμπιαούρηδες και οι Πελεκάνοι. Οφείλω όμως να παραδεχτώ, πως αν οι φίλοι εκπαιδευτικοί είχαν κάπου δίκαιο, είναι στο ότι η κοινωνία ουδέποτε είχε απαιτήσει εκκοσμίκευση και εσκυγχρονισμό των δημόσιων σχολείων, ενώ οι εκπαιδευτικοί στην πλειοψηφία τους ήταν πάντοτε συντηρητικοί. Άρα ποιος θα δώσει τη μάχη και ποια μάχη θα δώσει; Τη μια βγάζει φιρμάνι το Υπουργείο για το ποια τραγούδια του Μίκη επιτρέπεται να παίξουν στα σχολεία και την άλλη διατάζει το σκίσιμο σελίδας από σχολικό βιβλίο και δεν κινείται φύλλο. Κανένας εκπαιδευτικός δεν ξεσηκώθηκε, καμία οργάνωση πλην αυτών που πρόσκεινται στην αντιπολίτευση, δεν διαμαρτυρήθηκε. Όπως ήταν αναμενόμενο, το υπουργείο και η κυβέρνηση βγήκαν στην αντεπίθεση. Δε ένιωσαν καν την ανάγκη να απολογηθούν που εν έτει 2021 σκίζουν βιβλία, αλλά χωρίς αιδώ αποφάσισαν να το αποσύρουν, καταγγέλλοντας την επιλογή του εξ αρχής, γιατί δήθεν δεν μπορεί ένας Τούρκος να θεωρηθεί ήρωας. Ποιος; Ο Κεμάλ Ατατούρκ που ίδρυσε το σύγχρονο τουρκικό κράτος και έβαλε το λιθαράκι του για να αλλάξει η παγκόσμια ιστορία, φυσικά βάφοντας τα χέρια του με αίμα. Μήπως οι δικοί μας ήρωες κέρδισαν μάχες, αναίμακτα; Το ίδιο ποταπά φέρθηκαν και με τον παγκόσμιο Μίκη Θεοδωράκη, που όχι απλά τραγούδησε την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά ρίσκαρε την ίδια του τη ζωή, αγωνιζόμενος κατά του φασισμού, για την ειρήνη και τη συμφιλίωση των λαών. Κι όταν ήρθε η ώρα το κυπριακό υπουργείο να αντιμετωπίσει την πληθωρική προσωπικότητα του Μίκη και τη βαθιά ιδεολογικοποιημένη δράση του, ενώπιον των μαθητών, τον καρατόμησε.

Τι κοινό είχαν όμως οι δύο αυταρχικές και αναχρονιστικές ενέργειες του κυρίου Προδρόμου; Φυσικά το γεγονός ότι δεν εξυπηρετούσαν το εθνικό αφήγημα. Δεν είναι βεβαίως κεραυνός εν αιθρία η ελληνοφρένεια του Υπουργείου Παιδείας, αλλά είναι μια χρόνια ασθένεια που συντηρούν συνειδητά όλες οι κυβερνήσεις. Απλώς οι τωρινοί, έχουν αποθρασυνθεί, γιατί δεν συναντούν καμία αντίσταση. Έχοντας χάσει κάθε νομιμοποιήση, προσπαθούν να ικανοποιήσουν την ανασφάλειά τους πίσω από τη διαχείριση της κοινής γνώμης. Από την άλλη, οι μεσαιωνικές πρακτικές των απαγορεύσεων δεν συσπείρωσαν τον εκπαιδευτικό κόσμο, δεν έγιναν πρώτη είδηση στα συμβατικά ΜΜΕ. Οι άνθρωποι που υπηρετούν τη γνώση, την αντικειμενική πληροφόρηση και τη σύγχρονη παιδεία, στην τραγικά συντριπτική τους πλειοψηφία, αποδέχονται τη λογοκρισία, τη φίμωση, τα παράλογα φιρμάνια και την ποδηγέτηση από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Καταδέχονται να επιλέγουν άλλοι τις ειδήσεις, τα βιβλία και την ύλη που θα διδάξουν, υιοθετώντας ένα ελληνοχριστιανικό αφήγημα που δεν έχει θέση σε σύγχρονα κράτη. Αντί να δίνουν μάχες για την ανεξαρτησία των σχολικών μονάδων και την εξωστρεφή κοσμικότητα του προγράμματος σπουδών, κατακεραυνώνουν για παράδειγμα το ΤΕΠΑΚ, που διαφοροποιήθηκε με επιστημονικά κριτήρια, στέλνοντας το μήνυμα ότι σκοταδισμός και επιστήμη δεν πάνε μαζί.

Από την άλλη, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο κι οι δημοσιογράφοι αποτελούν υποσύνολα της ίδιας κοινωνίας, που στέλνει νεοναζιστικό κόμμα στη Βουλή, που επιβραύευσε δις τον στρουθοκαμηλισμό του Αναστασιάδη, που αποδέχεται τη διαφθορά και που αγοράζει άκριτα τα εθνικιστικά συνθήματα. Σε όλο αυτό προστίθενται και οι πολιτευτές του ΔΗΣΥ, της πάλαι ποτέ φιλελεύθερης παράταξης, που κοιμήθηκαν Κληριδικοί και ξύπνησαν Τασσικοί, των οποίων ο σεβασμός προς τις δημοκρατικές ελευθερίες, την παιδεία και τις τέχνες, έχει καταντήσει το πιο σύντομο ανέκδοτο. Αν έχουμε να κρατήσουμε κάτι από τον Μίκη Θεοδωράκη, είναι πως η ευθύνη της αντίστασης και της αλλαγής, βαραίνει πρώτα τους «από μέσα», όσους δηλαδή έχουν «συμφέρον να κάτσουν στη βολή τους», αλλά επιλέγουν να δώσουν τη μάχη με προσωπικό κόστος. Θα ήταν λοιπόν μεγάλη νίκη για ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία, αν όλοι όσοι είχαν συμφέρον να σωπάσουν στις φασίζουσες αυθαιρεσίες μιας κυβέρνησης, καθοδηγούσαν την κοινή γνώμη να αντιδράσει, να απαιτήσει διαφάνεια, δικαιοσύνη, αξιοκρατία και σεβασμό στην νοημοσύνη μας. Αν μιλούσαν... αλλά σώπασαν και κράτησαν τη βολή τους.

Ο κ. Πάνος Λοΐζου Παρράς είναι οικονομολόγος.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση