ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ενός λεπτού σιγή

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Του Σταύρου Χριστοδούλου

stavros.christodoulou@gmail.com

Ως πότε θα υποκρινόμαστε τους έκπληκτους; Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν από εκείνο το καλοκαίρι για ν’ αντικρύσουμε επιτέλους το σκοτεινό πρόσωπο της Ιστορίας κατάματα; Οι συνομήλικοί μου ήμασταν παιδιά και εξηνταρίσαμε. Αρκετά μεγάλοι δηλαδή, για να μην εθελοτυφλούμε μπροστά στις ενοχλητικές αλήθειες: «Είμαι 30 χρόνια πνευματικός και ήρθαν πάρα πολλές φορές γυναίκες κοντά μου. Μια περίπτωση συγκεκριμένα, 13 φορές βιάστηκε από Τούρκους στρατιώτες και μετά την έριξαν κάτω από το μπαλκόνι. Αυτή η γυναίκα είναι εν ζωή και της έδιναν 50 ευρώ. Το ανέφερα στην Αρχιεπισκοπή. Υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες οι οποίες δεν θέλουν να μιλήσουν και υπάρχουν πάρα πολλές που έχουν ήδη φύγει από τη ζωή». Αυτά δήλωσε ο πατήρ Θεόκλητος Κυριάκου, αιχμάλωτος κι αυτός το 1974, ενώπιον της Επιτροπής Προσφύγων της Βουλής.

Αν πρέπει να κεφαλαιοποιήσουμε την ξεφτίλα του κυπριακού κράτους, να θυμόμαστε αυτό το ποσό: 50 ευρώ! Για ένα έγκλημα που δεν τολμήσαμε να φωτίσουμε ποτέ, επειδή προκαλούσε τον συντηρητισμό μας. Ομολογώ πως δεν είμαι βέβαιος αν είναι συντηρητισμός ή καθωσπρεπισμός, ή αν πρόκειται για τη σκληρότητα μιας κλειστοφοβικής κοινωνίας όπως ήταν η Κύπρος τη δεκαετία του ’70. Γιατί η αλήθεια που πρέπει να αντιμετωπίσουμε δεν εξαντλείται στα εγκλήματα των Τούρκων εισβολέων. Ό,τι ακολούθησε, η απομόνωση αυτών των γυναικών σ’ ένα περιβάλλον προκαταλήψεων στην ελεύθερη Κύπρο, ήταν ένα δεύτερο έγκλημα αντίστοιχα ειδεχθές.

Οι περιπτώσεις των γυναικών που βιάστηκαν στον πόλεμο ήταν εκατοντάδες. Κάποια στοιχεία ανεβάζουν τον αριθμό στις 800. Τον Οκτώβριο του 1974 πάντως έγιναν δεκάδες εκτρώσεις στο νοσοκομείο Princess Mary της Βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου, οι οποίες είχαν και τις ευλογίες του Αρχιεπισκόπου. Τι απέγιναν αυτές οι γυναίκες; Άλλες βίωσαν το δράμα τους μόνες αφού οι δικοί τους άνθρωποι τις απέρριψαν. Άλλες έφυγαν στο εξωτερικό, κάποιες κατέληξαν στο τρελάδικο κι άλλες κατάφεραν να συνεχίσουν τη ζωή τους, βρίσκοντας κάπου ν’ ακουμπήσουν.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Τρεις σκάλες Ιστορία» πολλοί με ρώταγαν αν η ιστορία της ηρωίδας μου, της Χλόης, είναι αληθινή. Εγώ πάντα έλεγα πως δεν είναι, αλλά θα μπορούσε να είναι. Η Χλόη σήμερα θα ήταν 66 ετών. Τότε ήταν 18. Βιάστηκε κατ’ εξακολούθηση κι έπειτα έζησε το υπόλοιπο της ζωής της τριγυρισμένη από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η Αθηνούλα, μια άλλη ηρωίδα από την Καρπασία, βιάστηκε άγρια, ενώ έσφαζαν τη μάνα της μπροστά στα μάτια της. Ένα έγκλημα που την καταδίκασε σε συναισθηματική αναπηρία. Ώσπου βρήκε ένα χέρι για να πιαστεί… Τυχερή μάλλον, καθώς οι περισσότερες βίωσαν τον σκοταδισμό και τον ρατσισμό μιας στενόμυαλης κοινωνίας δίχως ίχνος καλοσύνης. Όταν έγραφα, είχα διαρκώς στο μυαλό μου το «Ενός λεπτού σιγή» του Χριστιανόπουλου: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;».

Ύστερα από μισό αιώνα ας αναρωτηθούμε επιτέλους: κοκκινίσαμε άραγε έστω και μια φορά; Αυτοί που γνώριζαν και συμμετείχαν στη λαϊκή καταδίκη, αλλά κι αυτοί που δεν γνώριζαν επειδή επέλεξαν να αποστρέψουν το πρόσωπο από την αλήθεια. Αν ανατρέξετε στον «Αττίλα» του Κακογιάννη θα αντικρύσετε μια τέτοια γυναίκα. Χωρίς φίλτρα, αλογόκριτα, ένα ποτάμι πόνου που ρέει μπροστά στην κάμερα. Αν ψάξετε στο διαδίκτυο θα βρείτε δημοσιογραφικά κείμενα και αναφορές σε ιστορικές μελέτες με πληθώρα μαρτυριών από τους βιασμούς του 1974. Όχι, δεν είναι αληθινή η ιστορία της Χλόης, εκεί έξω όμως υπάρχουν δεκάδες ιστορίες όμοιες και χειρότερες από τη δική της.

Αυτές οι σκέψεις γεννήθηκαν παρακολουθώντας τη συζήτηση στη Βουλή για τα προβλήματα που αφορούν στα τιμητικά επιδόματα των παθόντων πολέμου. «Προβλήματα» που δεν μας τιμούν ως κοινωνία και ως κράτος. Γιατί μισό αιώνα μετά δεν έχουμε τη γενναιότητα να ψελλίσουμε μια συγνώμη έστω σ’ αυτές τις γυναίκες για τον ψυχικό βιασμό και τη ντροπή που τους φορτώσαμε.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Σταύρος Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση

X