ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Η αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσος

Του δρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗ

Η αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσος αποτελεί έναν γενικό όρο, που ορίζεται ως η δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στα τοιχώματα των αρτηριών, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ροή του αίματος και σε μια σειρά σοβαρών παθήσεων, όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αρτηριακή νόσος και οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, που περιλαμβάνει το έμφραγμα του μυοκαρδίου και την ασταθή στηθάγχη. Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ποιος είναι και ο ρόλος της χοληστερόλης στη νόσο.

Η χοληστερόλη είναι μια ουσία που είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Πολλές σύνθετες λειτουργίες του σώματος, όπως η δημιουργία των μεμβρανών και η σύνθεση αρκετών ορμονών, εξαρτώνται από τη χοληστερόλη. Όταν όμως τα επίπεδά της αυξηθούν σημαντικά, γίνεται επιβλαβής για τον οργανισμό, καθώς κολλάει στα τοιχώματα των αγγείων και έτσι πυροδοτεί την αθηροσκλήρυνση, μία διαδικασία εκφύλισης των αγγείων που ευθύνεται για την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Τα είδη χοληστερόλης: Είναι η χοληστερόλη που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας (LDL), η χοληστερόλη που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας (HDL) και η χοληστερόλη που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Στην καθημερινή κλινική πράξη προσδιορίζουμε στο αίμα την ολική χοληστερόλη, την HDL χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη.Ποια από αυτά τα είδη ενοχοποιούνται για την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο; Η LDL χοληστερόλη είναι η κατ’ εξοχήν επικίνδυνη (εξ ου και ο όρος κακή χοληστερόλη), ενώ η HDL θεωρείται προστατευτική (καλή χοληστερόλη). Γι’ αυτόν τον λόγο δεν δίνουμε ιδιαίτερη αξία στις τιμές της ολικής χοληστερόλης, αλλά θα πρέπει να παρεμβαίνουμε, όταν οι τιμές της LDL είναι υψηλές ή/και όταν οι τιμές της HDL είναι χαμηλές. Τα υψηλά επίπεδα LDL χοληστερόλης συνδέονται με σχεδόν τρία εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως κάθε χρόνο.

Παράγοντες κινδύνου για υψηλή κακή χοληστερόλη (LDL) είναι:

(1) Το οικογενειακό ιστορικό. Είναι συχνό φαινόμενο άτομα που ακολουθούν υγιεινό τρόπο ζωής να εμφανίζουν υψηλές τιμές χοληστερόλης όταν υπάρχει συγγενής πρώτου βαθμού με το ίδιο πρόβλημα.

(2) Οι κακές διατροφικές συνήθειες. Η τακτική κατανάλωση κορεσμένων και τρανς λιπαρών που βρίσκονται μέσα σε δημοφιλή προϊόντα του εμπορίου μπορεί να αυξήσει το επίπεδο κακής χοληστερόλης. Επίσης, τρόφιμα με υψηλή χοληστερόλη όπως το κόκκινο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα συντείνουν στην αύξηση της χοληστερόλης.

(3) Το υψηλό σωματικό βάρος. Η παχυσαρκία προκαλεί αύξηση της ολικής χοληστερόλης στο αίμα αυξάνοντας την LDL και ελαττώνοντας την HDL χοληστερόλη.

(4) Το κάπνισμα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η διακοπή του καπνίσματος συνοδεύεται με αύξηση των τιμών της καλής χοληστερόλης (HDL).

Ποια είναι όμως τα φυσιολογικά όρια της LDL; Σύμφωνα με τις πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαικής Καρδιολογικής Εταιρείας το ανώτερο επιτρεπτό όριο της κακής χοληστερόλης (LDL), το όριο δηλαδή πάνω από το οποίο συνιστάται αντιμετώπιση (αλλαγές στον τροπό ζωής ή/και φαρμακευτική αγωγή) διαφέρει από άτομο σε άτομο αναλόγως της παρουσίας ή όχι άλλων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα.

Θα πρέπει δηλαδή να γίνεται μια εξατομικευμένη αξιολόγηση των παραγόντων κινδύνου που φέρει το κάθε άτομο.Tα όρια, όπως ορίζονται από τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαικής Καρδιολογικής Εταιρείας, είναι τα ακόλουθα:

(α) Για άτομα πολύ υψηλού κινδύνου για καρδιαγγειακό νόσημα (για παράδειγμα ασθενείς μετά από εγκεφαλικό ή έμφραγμα του μυοκαρδίου) LDL<55mg/dl.

(β) Για άτομα υψηλού κινδύνου (για παράδειγμα ασθενέις με σακχαρώδη διαβήτη και άλλους συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου) LDL<70mg/dl.

(γ) Για άτομα μέτριου κινδύνου (για παράδειγμα ασθενέις με σακχαρώδη διαβήτη χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου)LDL<100mg/dl και

(δ) για άτομα χαμηλού κινδύνου (απουσία παραγόντων κινδύνου) LDL<116mg/dl.

Η συνήθης αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης στο αίμα περιλαμβάνει διατροφικές αλλαγές, σωματική άσκηση και αν κριθεί αναγκαίο, ειδική φαρμακευτική αγωγή. Η επιλογή των φαρμάκων γίνεται από τον αρμόδιο ιατρό λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως η ηλικία του ασθενούς, το ιατρικό ιστορικό του, οι παρενέργειες και οι ατομικοί παράγοντες κινδύνου.

*Ο δρ Κωνσταντίνος Εργατούδης είναι καρδιολόγος MD, PhD.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση