ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο νέος ιδεολογικός χάρτης της Ευρώπης (IV)

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑ

Ο νέος άξονας πολιτικό κέντρο - πολιτικά άκρα καθορίζει ήδη εδώ και μία δεκαετία τη σύγχρονη πολιτική και ιδεολογική σκηνή της Ευρώπης. Εν μέσω κρίσεων και αμφισβητήσεων των τάσεων της πολιτικής της παγκοσμιοποίησης των κοινωνιών και ταυτόχρονης φιλελευθεροποίησης των αγορών, τα επονομαζόμενα «λαϊκιστικά» κόμματα άρχισαν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση και εκλογική επιρροή. Σχεδόν καμία χώρα της Ευρώπης δεν έμεινε έξω από αυτή την εξέλιξη. Τόσο τα προϋπάρχοντα ακροαριστερά ή ακροδεξιά γκρουπούσκουλα, όσο και τα νέα μορφώματα που αξιοποίησαν την ευκαιρία των διαδοχικών κρίσεων, διαδραμάτισαν σημαντικό και συχνά μοιραίο ρόλο στην πολιτική ζωή όχι μόνο της χώρας τους αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που εξέπληξε ωστόσο όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την πολιτική φιλοσοφία και ιστορία είναι η σύγκλιση απόψεων ανάμεσα σε χώρους που θα περίμενε κανείς ότι σύμφωνα με την ιδεολογία τους θα ήταν ξένοι ή και εχθρικοί μεταξύ τους.

Παρατηρήθηκε μια στροφή τόσο των ταυτοτικών δυνάμεων προς την άκρα αριστερά όσο και των ακροαριστερών δυνάμεων προς ιδεώδη που εκφράζει ο ταυτοτικός χώρος. Πολλοί μιλούν για ευκαιριακές συμμαχίες με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας, προκειμένου να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη για τις δυνάμεις αυτές «αλλαγή καθεστώτος». Άλλοι μιλούν για πρακτικές λαϊκισμού και για γοητεία του αντισυστημικού λόγου που έχει την ικανότητα να συσπειρώνει αντίρροπες τάσεις κάτω από μια κοινή σημαία. Πολλοί λίγοι είναι αυτοί που βλέπουν πίσω από αυτά τα φαινόμενα μια ουσιώδη συνάφεια ταυτοτισμού και αριστερισμού. Δεν είναι απαραίτητο κάποια από τις απόψεις αυτές να είναι η ορθή και οι υπόλοιπες λανθασμένες. Η πραγματικότητα άλλωστε δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη. Αναντίρρητα, όμως, υπάρχει μια δομική διάσταση στην τελευταία προσέγγιση που δύσκολα μπορούμε να παραβλέψουμε. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, στοχαστές όπως οι Friedrich von Hayek και Ludwig von Mises είχαν αναπτύξει μια στέρεη επιχειρηματολογία για το πώς ένα εθνικιστικό καθεστώς θα ήταν αναγκαστικά και σοσιαλιστικό και το αντίστροφο, πώς δηλαδή ένα σοσιαλιστικό καθεστώς θα λειτουργούσε εθνικιστικά, προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον εις βάρος της όποιας διεθνιστικής του ιδεολογίας. Για τους δύο στοχαστές ο βασικός λόγος ήταν η υφή της ίδιας της οικονομίας. Όταν ένα εθνικό κράτος κλείνει τα οικονομικά του σύνορα, αυτομάτως ακυρώνει τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας ένα κρατικοδίαιτο εθνικό καπιταλιστικό πλαίσιο, στο οποίο οι όποιοι επιχειρηματίες, βιομήχανοι και τραπεζίτες, μετατρέπονται σε πιόνια της εξουσίας.

Το πλαίσιο αυτό λειτουργεί ως ένα οιονεί κομματικά κατευθυνόμενο γραφειοκρατικό σύστημα, το οποίο διανέμει τους εθνικούς πόρους στους εκλεκτούς του, είτε πρόκειται για δημόσια έργα είτε για πολεμικές δαπάνες. Κατά ανάλογο τρόπο, ένα σοσιαλιστικό καθεστώς αναγκάζεται από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό να λειτουργήσει καπιταλιστικά, υπηρετώντας το συμφέρον του. Η διεθνιστική επαγγελία των σοσιαλιστικών καθεστώτων απλά υποκρύπτει τις εθνικιστικές πρακτικές τους. Επομένως, αντίθετα με τον ξεκάθαρο διαχωρισμό ακροδεξιάς και ακροαριστερής ιδεολογίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τις κρίσιμες δηλαδή δεκαετίες από το 1910 έως το 1940, η ιδέα του εθνικισμού συμβάδιζε, αν όχι πάντα, τουλάχιστον αρκετά συχνά με τον σοσιαλισμό. Ως μαζικές ιδεολογίες που απευθύνονταν στην ανερχόμενη κοινωνία των μαζών, εθνικισμός και σοσιαλισμός υπηρέτησαν τον κοινωνικό εξισωτισμό και αντιτάχθηκαν σθεναρά στη φιλελεύθερη ατομικιστική ιδεολογία. Μορφώματα όπως ο εθνικοσοσιαλισμός ή ο φασισμός ήταν μάλλον στο πνεύμα της εποχής εκείνης παρά στο περιθώριο. Ωστόσο, αντίστοιχα αλλά ελάσσονος έκτασης και επιρροής ιδεολογικά ρεύματα, όπως ο εθνικομπολσεβικισμός, γνώρισαν επίσης εφήμερη δόξα σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε η σύζευξη του σοσιαλισμού με τον εθνικισμό. Η εικόνα αυτή θα αλλάξει άρδην μεταπολεμικά, χωρίς όμως να εξαλείψει αυτού του είδους τις ιδεολογικές ζυμώσεις, οι οποίες θα επανέλθουν στο ευρωπαϊκό προσκήνιο κατά την περίοδο της κρίσης, από το 2010 και μετά. Αξιοσημείωτη είναι για παράδειγμα η αναγέννηση του εθνικομπολσεβικισμού στη μετακομμουνιστική Ρωσία, η οποία επηρέασε ευρύτερους πολιτικούς χώρους και πέρα από τα ρωσικά σύνορα. Στη σύγχρονή μας πραγματικότητα η ιδεολογική σύνθεση του παρελθόντος θα ανασυνταχθεί τόσο από τον ταυτοτικό χώρο όσο και από τον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Αυτό το οποίο ονομάζουμε «λαϊκισμό» στην εποχή της κρίσης παραπέμπει σε αυτή ακριβώς την ανασύνταξη και δεν πρέπει να συγχέεται με τα «λαϊκά» κόμματα του πολιτικού κέντρου. Η ανασύνταξη αυτή περιλαμβάνει τόσο τον ταυτοτικό άξονα όσο και εκείνον του αριστερισμού, που ορίζεται πλέον μόνο σε σχέση με τον ακραίο αντιφιλελευθερισμό του. Το μόνο ορατό κοινωνικό όραμα μιας τέτοιας σύνθεσης είναι ένας κοινωνικός «ταυτοτισμός» ή ένας «ταυτοτικός κοινωνισμός». Η προτίμηση της εθνικής-ταυτοτικής ομάδας από οποιαδήποτε άλλη εντός και εκτός των συνόρων του έθνους-κράτους στο όνομα της διάσωσης της ομάδας από τα νύχια της παγκοσμιοποίησης ή άλλων υποτιθέμενων νεο-αποικιοκρατικών και νεο-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ανάγεται σε βασικό άξονα του προσανατολισμού των πολιτικών άκρων.

Η πολιτική αυτή όμως οδηγεί μοιραία σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό αδιέξοδο και απομονωτισμό και έχει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα που είχε η σύμπλευση εθνικισμού και σοσιαλισμού πριν από τον πόλεμο. Προάγει την κοινωνική αδιαλλαξία και επιφέρει τον κοινωνικό και οικονομικό μαρασμό στρέφοντας τη μια εθνικήεθνοτική ομάδα εναντίον των άλλων, τον ένα λαό της Ευρώπης ενάντια στους άλλους. Οι πολιτικές δυνατότητες των άκρων είναι ανάλογες με την ιδεολογική και πολιτική τους ικανότητα διάλυσης του μεταπολεμικού οικοδομήματος της ενωμένης Ευρώπης.

*Ο κ. Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου και εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημου του Στρασβούργου

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση