ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Κοινωνική συναίνεση και δημοκρατία

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑ

Μήπως η πανδημία εκτός από το υγειονομικό σύστημα των ευρωπαϊκών κρατών απειλεί επίσης τους δημοκρατικούς θεσμούς τους και κυρίως τις ατομικές ελευθερίες; Σ’ αυτό τουλάχιστον καταλήγει μελέτη του βρετανικού ομίλου «The Economist» (2/2/2021), που υποβαθμίζει τη Γαλλία από «πλήρη» σε «ελλειμματική» δημοκρατία. Για κάτι τέτοιο ευθύνονται φυσικά οι περιορισμοί και τα έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, που αποτελούν ουσιαστικά στέρηση των ατομικών ελευθεριών. Σύμφωνα με την έρευνα, η υποχώρηση παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς οι δημοκρατικές ελευθερίες έχουν συρρικνωθεί σχεδόν στο 70% των χωρών παγκοσμίως και απειλούν ακόμη περισσότερο χώρες με μακρά δημοκρατική παράδοση και ισχυρούς θεσμούς προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Η έκθεση δεν επικρίνει τόσο τη λήψη μέτρων όσο την έλλειψη ελέγχου όσων εγκρίνουν μέτρα, όπως γενικός εγκλεισμός, αναστολή οικονομικών δραστηριοτήτων ή στέρηση του δικαιώματος κυκλοφορίας και συνάθροισης των πολιτών. Τέτοια μέτρα όμως προϋποθέτουν τον έλεγχο ανεξάρτητων από την εκτελεστική εξουσία δημοκρατικών θεσμών. Κι αυτό γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, υποβιβάζουν το επίπεδο της δημοκρατίας, αφού αποτελούν ό,τι ο Montesquieu αποκάλεσε «ακραίες πράξεις αυταρχισμού». Με άλλα λόγια, τέτοια μέτρα δεν μπορούν να λαμβάνονται χωρίς κοινωνική συναίνεση, η οποία υπήρχε κατά τη διάρκεια του πρώτου εγκλεισμού του Μαρτίου 2020 αλλά έχει πλέον χαθεί.

Τα νέα αυστηρά μέτρα που ελήφθησαν από τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος της πανδημίας και που λαμβάνονται ή θα ληφθούν στο εξής, οι αυστηροί εγκλεισμοί και η απαγόρευση κυκλοφορίας, δεν διαθέτουν πλέον την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση και κρίνονται αυθαίρετα από μεγάλη μερίδα πολιτών της Ευρώπης. Κατά το πρώτο κύμα, ο φόβος του άγνωστου και η πίστη ότι με τον εγκλεισμό θα ελέγχαμε το φαινόμενο δημιούργησαν το αναγκαίο κλίμα συναίνεσης υπέρ των μέτρων. Οι αντοχές της κοινωνίας και της οικονομίας ήταν ακόμη ισχυρές, όπως και η ψυχολογία των ατόμων που βίωναν τον εγκλεισμό ως κάτι πρωτόγνωρο, ως μια νέα εμπειρία που θα τους προσέφερε τη δυνατότητα να ξαναβρούν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους. Ο χρόνος που «εξαγόρασαν» με αυτόν τον τρόπο οι κυβερνήσεις όφειλε να τους επιτρέψει να ενισχύσουν τα συστήματα υγείας τους, να γνωρίσουν καλύτερα τη φύση της απειλής και να θέσουν τις βάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του ιού με εμβόλιο ή φαρμακευτικές αγωγές. Η αιτιολόγηση του πρώτου εγκλεισμού ήταν απόλυτα ξεκάθαρη στα μάτια των πολιτών που εμπιστεύτηκαν και συμμορφώθηκαν, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, στα μέτρα των κυβερνήσεών τους. Σήμερα, τα συνεχιζόμενα μέτρα έχουν πλέον κουράσει τους πολίτες. Οι τελευταίοι εξωθούνται σε παραβατικές συμπεριφορές που αποδεικνύουν την έλλειψη κατανόησης και συναίνεσης.

Ο έντονος κοινωνικός διάλογος στον ευρωπαϊκό Τύπο θέτει μια σειρά από εύλογα ερωτήματα γύρω από τις επιπτώσεις των συνεχιζόμενων μέτρων στο κοινωνικό σύνολο. Τα σημαντικότερα αφορούν την ψυχική υγεία των πολιτών, την παιδεία και το μέλλον των νέων καθώς και τη μικρομεσαία οικονομική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρείται σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού είναι ένα αυξανόμενο αίσθημα ματαιότητας και αδικίας. Ενώ δηλαδή θεωρεί ότι πλήττεται σε μέγιστο βαθμό από τα μέτρα, κρίνει ότι επωφελείται ελάχιστα από αυτά. Αυτό το αίσθημα αδικίας αντανακλάται και στις άνισες επιπτώσεις που έχουν τα μέτρα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως οι νέοι, οι οποίοι αντικρίζουν ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον, ή οι οικονομικά ασθενέστεροι που πλήττονται ανεπανόρθωτα, τη στιγμή που οι οικονομικά εύρωστοι ενισχύονται κι άλλο μέσω της αύξησης του οικονομικού συγκεντρωτισμού και των μονοπωλίων. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν νοείται πλέον κοινωνική συναίνεση υπέρ των αυστηρών μέτρων. Η έλλειψη συναίνεσης φαίνεται κυρίως από την αυξανόμενη αστυνόμευση και αυστηροποίηση των προστίμων για τους παραβάτες. Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται εκτεθειμένες στη συνείδηση των πολιτών, καθώς στα μέτρα που υιοθετούν διακρίνονται πατερναλιστικές πρακτικές και «πράξεις αυταρχισμού». Τι θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή τη θεώρηση και να οδηγήσει στην κοινωνική συναίνεση, συνηγορώντας υπέρ της αναγκαιότητας των μέτρων; Σύμφωνα με τον Jurgen Habermas, μόνο ο λόγος διαθέτει την ικανότητα να δημιουργεί συναίνεση μέσα από τον διάλογο των πολιτειακών αρχών με τους κοινωνικούς εταίρους και τους ερευνητικούς και επιστημονικούς θεσμούς.

Ο λόγος της συναίνεσης μπορεί να εκφραστεί με δύο τρόπους. Εφόσον πρόκειται για στέρηση ελευθεριών, γενικό εγκλεισμό και απαγόρευση κυκλοφορίας, μέτρα τα οποία μόνο μια οιονεί κήρυξη κατάστασης πολέμου μπορεί να δικαιολογήσει, δεν αρκεί η απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά απαιτείται και η συναίνεση του νομοθετικού σώματος. Όπως και στην κήρυξη πολέμου, μόνο τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να έχουν δικαίωμα να επιβάλουν τέτοιας έκτασης μέτρα. Πάντα, σύμφωνα με τη λογική της κοινωνικής συναίνεσης, τα συμβούλια ειδημόνων που προτείνουν τα μέτρα δεν πρέπει να απαρτίζονται αποκλειστικά από ειδικούς ιατρικών κλάδων. Εφόσον τα μέτρα καταλύουν σημαντικούς δημοκρατικούς θεσμούς και δοκιμάζουν το σύνολο της κοινωνίας, στα συμβούλια αυτά πρέπει να εκπροσωπούνται όλες οι επιστήμες, τόσο ιατρικές όσο και κοινωνικές, πολιτικές και φιλοσοφικές, καθώς και όλες οι παραγωγικές και κοινωνικές τάξεις μαζί και η νεολαία. Όσο δεν διασφαλίζεται με τέτοιους όρους η κοινωνική συναίνεση για τη λήψη ακραίων για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς μέτρων, οι δημοκρατίες μας παραμένουν ουσιωδώς «ελλειμματικές».

Ο κ. Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου και εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου.

 

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση