ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Το πνεύμα της συμφιλίωσης

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Η πορεία του πνεύματος προς τη θεσμική ενσάρκωση της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας δεν είναι ούτε ευθύγραμμη ούτε ειρηνική. Μόνο η μεταφυσική θεώρηση ενός Χέγκελ θα μπορούσε να κατανοήσει το απέραντο νεκροταφείο της ιστορίας ως εφαλτήριο για την υλοποίηση της ιδέας της ελευθερίας στον κόσμο. Τα ανθρώπινα πάθη και οι υπέρμετρες και αλαζονικές φιλοδοξίες των ισχυρών, όση καταστροφή και αν προκαλούν, οδηγούν άθελά τους προς μια νέα μορφή ελευθερίας. Τόσο ο Ρουσσώ όσο και ο Χέγκελ συμφωνούν σε αυτό, ότι τίποτε σπουδαίο δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη διαμεσολάβηση των παθών. Αν η ελευθερία είναι το μέγιστο αγαθό για τον άνθρωπο, τότε και τα πάθη που την υπηρετούν θα είναι εξίσου μεγαλειώδη αλλά και τρομακτικά. Επομένως δεν είναι τυχαίο ότι οι εμφύλιοι σπαραγμοί, οι οποίοι ως επί το πλείστον αντιτάσσουν διαφορετικές μορφές κοινωνικής δικαιοσύνης, οδηγούνται σε ακρότητες. Τέτοια πάθη και τέτοιες ακρότητες είναι σε θέση να δηλητηριάσουν την πολιτική ζωή ενός τόπου ακόμη και έναν αιώνα ή και περισσότερο μετά τα γεγονότα. Με δεδομένη τη σημαντική χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τα γεγονότα, θα περίμενε κανείς η αντιπαράθεση να έχει περάσει εξ ολοκλήρου από το πεδίο της ιστορίας στο πεδίο της ιστοριογραφίας. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμα και η ίδια η ιστοριογραφία γίνεται πεδίο ιστορικής αντιπαράθεσης των αντίπαλων παρατάξεων. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν δηλαδή τα πάθη από τα πεδία των μαχών μεταφέρονται στα πεδία των συγγραμμάτων μόνο και μόνο για να συντηρήσουν ή και να αναβιώσουν την κοινωνική και πολιτική πόλωση και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, τότε αυτό είναι σημάδι ότι ένας ουσιαστικός μηχανισμός του πνεύματος αστόχησε. «Η λέξη της συμφιλίωσης είναι η παρουσία του πνεύματος στον κόσμο», έγραφε ο Χέγκελ στη «Φαινομενολογία του Πνεύματος».

Η συμφιλίωση εδώ είναι περισσότερο διανοητική διαδικασία παρά ένθερμος εναγκαλισμός μεταξύ των αντιτιθέμενων μερών. Μέσω της συμφιλίωσης, για παράδειγμα, το ιδεατό πνεύμα συμβιώνει με την υλική αναγκαιότητα. Το πνεύμα δεν προτάσσει την προσέγγιση δύο ή περισσότερων αντιμαχόμενων μεταξύ τους παρατάξεων, αλλά τη συμφιλίωση κάθε μιας από τις παρατάξεις με τον εαυτό της. Μάλιστα, αν και οι αντίπαλες παρατάξεις εμπνέονται από αντίθετες ιδεολογικές προκείμενες, η διαδικασία της συμφιλίωσης είναι η ίδια και για τις δύο. Σε πρώτη φάση επέρχεται η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας αυτού που συνέβη, της εμφύλιας σύρραξης. Το κάθε στρατόπεδο δηλαδή συνειδητοποιεί ότι η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και ότι ο αναγκαστικός χαρακτήρας της αιματοχυσίας δεν υπηρετεί τη θέση καμίας από τις δύο παρατάξεις, αλλά την έλευση μιας νέας, ανώτερης μορφής ελευθερίας. Εν συνεχεία, καθεμία από τις παρατάξεις αντιλαμβάνεται ότι όχι μόνο η ήττα ή η νίκη αλλά και η διαχείριση της ήττας ή της νίκης είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεολογικής διαμάχης. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων, η διαμάχη μεταφέρεται από το στρατιωτικό στο πολιτικό επίπεδο. Τέλος, η κάθε παράταξη συμφιλιώνεται με τον εαυτό της μόλις αποδεχθεί το γεγονός ότι η τωρινή πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της από κοινού δράσης και συνύπαρξης των δυο στρατοπέδων. Το τελικό αυτό στάδιο της διαδικασίας της συμφιλίωσης προϋποθέτει παρρησία και γενναιότητα. Νικητές και ηττημένοι πρέπει να κοιταχθούν στον καθρέπτη της πραγματικότητας του σήμερα και να συναισθανθούν την απόσταση που τους χωρίζει από τα ιστορικά γεγονότα. Η αρνητική εμπειρία του ιστορικού χρόνου μετατρέπεται έτσι σε θετική αποτίμηση της συμβολής της εμφύλιας ταραχής στο ιστορικο-κοινωνικό γίγνεσθαι του σήμερα.

Εχθρός της συμφιλίωσης είναι ο ρεβανσισμός. Ενώ όμως το μονοπάτι της συμφιλίωσης είναι κοινό για τα δυο στρατόπεδα, ο ρεβανσισμός υποδεικνύει διαφορετικές διαδρομές για νικητές και ηττημένους. Ο ηττημένος, όταν αρνείται την πραγματικότητα του σήμερα στο όνομα της συνέχισης του «αγώνα», αρνείται στην ουσία τη θετική συμβολή του στην πραγματικότητα του σήμερα και εχθρεύεται τον ίδιο του τον εαυτό που ζει αναγκαστικά σε αυτή την πραγματικότητα. Από την άλλη μεριά, όταν ο νικητής επιχειρεί να εξευτελίσει ακόμη περισσότερο τον εχθρό του μέσω περιττών λογυδρίων, αχρείαστων «επετείων» και άλλων συμβολικών μορφών συνέχισης του εμφυλίου, στην ουσία αρνείται την ίδια του τη νίκη. Τη θεωρεί πρόσκαιρη και επιπόλαιη, χωρίς καμία ουσιαστική ιστορική σημασία, αφού στα μάτια του ο εχθρός είναι ακόμη ισχυρός και ικανός να τον απειλήσει εκ νέου. Με άλλα λόγια, ο ρεβανσισμός των νικητών δεν ακυρώνει απλά την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν και πολιτεύονται. Ακυρώνει συνάμα και τον ίδιό τους τον εαυτό μέσα από την οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι τα πάντα πρέπει αέναα να γίνονται από την αρχή. Αυτό που τελικά επιτυγχάνει ο ρεβανσισμός είναι ο αυτοεγκλωβισμός των αντιμαχόμενων σε ένα οδυνηρό επαναλαμβανόμενο παρελθόν. Επιπλέον δεν επιτρέπει την αυτογνωσία και την αυτοσυνειδησία που επιφέρει η συμφιλίωση μέσω της αποδοχής της αρνητικής εμπειρίας της ιστορίας.

Η ιστορία δεν επιβάλλει σε καμία παράταξη ούτε τη συμφιλίωση ούτε τον ρεβανσισμό. Ο δρόμος που επιλέγει η κάθε παράταξη χαράσσει τη μελλοντική της πορεία και προοιωνίζεται τον ρόλο της στη διευθέτηση των πραγμάτων του αύριο. Ο ρεβανσιστής μοιάζει με τον φυλακισμένο στη σπηλιά του Πλάτωνα. Σαν θεατής κινηματογραφικής ταινίας, ζει στη σκηνή ενός θεάτρου σκιών αποκομμένος από τον πραγματικό κόσμο. Όποιος αντίθετα επιλέγει τη συμφιλίωση ανεβαίνει με γενναιότητα το απότομο και ανηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στον ήλιο, έξω από τη σπηλιά, στον δρόμο προς την ελευθερία.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση