ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει. Κάθε συνηθισμένη στιγμή»

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Της Ελένης Ξένου

Της Ελένης Ξένου

twitter

Σαν ξαφνικό αεράκι περνά από το μυαλό μου αυτή η φράση της Τζόαν Ντιντιόν, λες και κάποιος άνοιξε επίτηδες το παράθυρο για να ανακινήσει εκτός από τον άερα του δωματίου και τις σκέψεις μου. Είμαι ξαπλωμένη σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, πέντε λεπτά πριν μια νοσοκόμα με ψεύτικες βλεφαρίδες μου άλλαξε τον ορό και με ρώτησε βαριεστημένα άν χρειάζομαι κάτι, οι ψεύτικες βλεφαρίδες αδυνατούσαν να κρύψουν την βαρεμάρα της, είναι φανερό πως δεν θέλει να κάνει αυτή την δουλειά, πως θέλει νάναι κάπου αλλού, είναι μικρή ακόμα για να καταλάβει πως έχει πολύ περισσότερα να μάθει εδώ μέσα από ό,τι εκεί έξω.

Μια γιαγιά στο διπλανό δωμάτιο φωνάζει “Παναγία μου έλα”, η φωνή της διαπερνάει το θάλαμο, διαπερνάει και το σώμα μου, επαναλαμβάνει την έκκληση ασταμάτητητα, κάθε φορά πιο δυνατά, “πάσχει από άνοια” μου εξηγεί ένας νοσοκόμος, όποια και νάναι η πάθηση της ας πάει κάποιος να της απαλύνει την αγωνία, να της κρατήσει το χέρι, να της ψυθυρίσει πως η Παναγία είναι δίπλα της, αυτά γιατί δεν μας τα μαθαίνει ποτέ κανείς; Ο ένας για τον άλλον, ποιός να μας το μάθει, η ανιδιοτέλεια είναι μεγάλη λέξη για ένα μικρό παρόν. Ο γιατρός κάνει την βόλτα του, με ρωτάει άν νιώθω καλύτερα, άν υποχώρησε ο πόνος, μου λέει πως η εγχείριση πέτυχε, πως δεν χρειάζεται να ανησυχώ, πως χρειάζεται χρόνος για να αναρρώσω. Δεν ανησυχώ του λέω και ίσως εκείνο που εννοώ είναι πως η ανησυχία πήρε ήδη την θέση της κάπου στην άκρη του συνειδητού μου και κάθεται τώρα πλάι στις άλλες έγνοιες και παραδοχές μου, περιμένωντας μαζί τους στωικά τα αναπάντεχα της ζωής. “Κάποια πράγματα απλά συμβαίνουν” λέει η Ντιτιόν, “κάθεσαι για δείπνο και η ζωή που ήξερες τελειώνει”…

Η πόρτα του δωματίου ανοίγει ξανά, η νοσοκόμα με τις ψεύτικες βλεφαρίδες επανέρχεται, την ακολουθεί μια ηλικιωμένη γυναίκα, «η νέα σου συγκάτοικος», με ενημερώνει, «Εγγλέζα» δειυκρινίζει. “

Η πόρτα του δωματίου ανοίγει ξανά, η νοσοκόμα με τις ψεύτικες βλεφαρίδες επανέρχεται, την ακολουθεί μια ηλικιωμένη γυναίκα, “η νέα σου συγκάτοικος”, με ενημερώνει, “Εγγλέζα” δειυκρινίζει. “Δεν πρόκειται να απαλαγείτε από μένα” της λέει εκείνη γελώντας, η νοσοκόμα δεν γελάει, δεν κατανοεί μάλλον πόση δύναμη χρειάζεται για να παραμείνει το χιούμορ ανθεκτικό σε συνθήκες νοσοκομείου. Τζούν, αυτό είναι το όνομα της ηλικιωμένης, μου συστήνεται, μ’αρέσει που την λένε Τζουν, υποθέτω πως είναι από τον Ιούνη, το βρίσκω σημαδιακό, “μια ζωή ψάχνεις για σημάδια” βουίζει η απαξιωτική φωνή της μάνας μου στ’αυτιά μου, τί να κάνω όμως, δεν έμαθα άλλο τρόπο να εμπιστεύομαι τα αινίγματα. Η Τζούν είναι ψιλόλιγνη, τα μαλλιά της γκρίζα κοντοκουρεμένα, φοράει παλιομοδίτικα γυαλιά και καρό πυτζάμα. Ανασηκώνει την πλάτη του κρεβατιού, τραβάει την κουβέρτα και αρχίζει να τακτοποιείται σιγά-σιγά με χειρονομίες και κινήσεις και μορφασμούς που αναδύουν μια ζωντάνια αντικρουόμενη με την στενοκοπιά του δωματίου. Είναι 77 χρονών, λέει, μένει στην Πάφο μαζί με το σύζυγο της, πάνε τωρα 17 χρόνια που ζούνε Κύπρο, ήρθανε μόλις συνταξιοδοτήθηκαν- η γνωστή ιστορία- τα πρωινά της αρέσει να κάνει μακρινούς περιπάτους στην φύση και τα απογεύματα να κολυμπάει μόλις ο ήλιος δύσει.

 

Πέρασε δύο καρκίνους, τον δεύτερο ακόμα να τον απαλλαγεί, “θα τον διώξω κι’αυτόν δεν την γλιτώνει” λέει αποφασισμένα, τώρα μια μόλυνση την έφερε ξανά πίσω στο νοσοκομείο, ούτε τρείς βδομάδες δεν πέρασαν από το τελευταίο της εξιτήριο. Δεν λέμε μόνο αυτά, λέμε κι’ άλλα, από κείνα που δεν τα λένε οι ανθρώποι σε συνηθισμένες στιγμές, από κείνα που γράφει η Ντιντιόν στη “χρονιά της μαγικής σκέψης” για το πως η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή και όσα προηγούνται της απρόσμενης αλλαγής είναι κοινότυπες συνθήκες όπως ένας καθαρός ουρανός ή μια βροχερή διαδρομή ρουτίνας… “Να μην το βάζεις κάτω” μου λέει η Τζούν και μου το λέει με την τρυφερότητα κάποιου που έζησε πολλά και επέζησε, της γνέφω πως αυτό προσπαθώ, μπράβο φωνάζει και σηκώνει τα χέρια ψηλά και κάπως έτσι περνάει πιο γρήγορα η μέρα και αρχίζει έξω να σκοτεινιάζει. Θα τηλεφωνήσει, λέει στο σύζυγο της να του πει καληνύχτα, να του πει και πόσο τον αγαπάει, είναι πενήντα χρόνια μαζί, στήριγμα ο ένας στον άλλο, αυτό είναι το μυστικό, ο ένας για τον άλλον, λέει. “Ι just call to say i love you” του σιγοτραγουδά σε λίγο, και ύστερα τον καληνυχτίζει και ύστερα κλείνει το τηλέφωνο και καπάκι με ρωτά αν την νομίζω για τρελλή. Καθόλου της απαντώ, σε βρίσκω σπουδαία, μια υπέροχη εξαίρεση σε ένα κανόνα που δεν έχω καταλάβει γιατί και ποιός τον έκανε κανόνα. “Τρέλλα και αγάπη αλλιώς δεν την βγάζεις καθαρή, άκου με” λέει η Τζούν, σ’ακούω Τζούν, τρέλλα και αγάπη γιατί η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή, κάθε συνηθισμένη στιγμή και η γιαγιά στο διπλανό δωμάτιο περιμένει από το πρωί την Παναγία…

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Της Ελένης Ξένου

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση

O Καμύ είχε πει ότι «δεν έχουμε το χρόνο να είμαστε αυθεντικοί, έχουμε μόνο το χρόνο να είμαστε ευτυχισμένοι», το ευτυχισμένος ...
Της Ελένης Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
Προορισμός σήμερα η Μεσαιωνική Αμμόχωστος, δεν έχω πάει ποτέ, νάσαι «τουρίστας» στον ίδιο σου τον τόπο είναι κάτι σαν ...
Της Ελένης Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
Πώς είναι δυνατόν να δηλώνουμε συγκλονισμένοι και συνάμα να συνεχίζουμε να κάνουμε τις ίδιες ακριβώς κινήσεις που κάναμε ...
Της Ελένης Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ