ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Περί αρχαιογνωσίας - «Σχετικά με το ότι δεν γνωρίζουμε ελληνικά»

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Γιατί άραγε λαμβάνει χώρα αυτή η ανελέητη επίθεση κατά της κλασικής αρχαιότητας και της αρχαιογνωσίας; Γιατί αυτή η απροκάλυπτη απαξίωση των κλασικών γραμμάτων από τη ριζοσπαστική ελίτ των αμερικανικών Πανεπιστημίων; Σύμφωνα με τα ίδια τα επιχειρήματά τους, πρόκειται για μια μάταιη προσπάθεια να αρνηθούν αυτό που δεν υπήρξαν ποτέ, δηλαδή «απόγονοι» και «κληρονόμοι» του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Δείχνει επίσης πόσο ανώφελο είναι έγκριτοι λόγιοι να θεωρούν ότι κατανοούν τους Αρχαίους και ότι έχουν διαποτισθεί από τις «ανώτερες» αξίες τους και τα ιδανικά τους. Οι περισσότεροι διαβάζουν τα αρχαία κείμενα από σύγχρονες μεταφράσεις, χωρίς να έχουν πρόσβαση στο ελληνικό ή στο λατινικό πρωτότυπο. Με τον τρόπο αυτό όμως δεν κατανοούν τη «γλώσσα» των Αρχαίων, δεν αντιλαμβάνονται πόσο ξένη τούς είναι ή πόσο λίγο μπορούν να διεισδύσουν στην ψυχή και στο μυαλό ενός άγνωστου λαού της μακρινής αρχαιότητας. Μέσω της μετάφρασης δίνεται στο αναγνωστικό κοινό μια έντονη αίσθηση οικειότητας με τους Αρχαίους. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Νίτσε για τις μεταφράσεις των έργων του Πλάτωνα, σε αυτές δίνεται η εντύπωση ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Πλάτωνας ή ο Σωκράτης, φοράνε τις παντόφλες τους για να πάνε για ύπνο μετά την απογευματινή τους συζήτηση στο κλαμπ, όπως οι αστοί της εποχής του. Υπάρχει κάτι όμως στην ίδια τη γλώσσα, στην αρχαία γλώσσα, που αντιστέκεται στην όποια μετάφραση, κάτι που δύσκολα γίνεται αντιληπτό ακόμη και από όσους «γνωρίζουν» την αρχαία γλώσσα, διότι και αυτοί την κατανοούν μέσα από τη μετάφραση στα νοητικά σχήματα της εποχής τους.

Στο σημείο αυτό στάθηκε σε ένα άρθρο της η Βιρτζίνια Γουλφ, «Σχετικά με το ότι δεν γνωρίζουμε ελληνικά» (1925): «Διότι είναι μάταιο και ανόητο να μιλάμε για γνώση της [αρχαίας] ελληνικής γλώσσας, τη στιγμή που η άγνοιά μας μάς τοποθετεί στην τελευταία θέση οποιασδήποτε τάξης από μαθητούδια. Δεν ξέρουμε πώς ακούγονταν οι λέξεις ή πού ακριβώς πρέπει να γελάσουμε ή πώς έπαιζαν οι ηθοποιοί και μεταξύ αυτού του ξένου λαού και ημών δεν υπάρχει μόνο διαφορά φυλής και γλώσσας αλλά και ένα τεράστιο ρήγμα παράδοσης». Το ρήγμα αυτό φανερώνει τη διαφορετικότητα του μακρινού εκείνου λαού που έζησε κάποτε στις όχθες του Αιγαίου με τους «πολιτισμένους» λαούς της Δύσης σήμερα. Υπάρχει μια ωμότητα και μια τραχύτητα στην αρχαία γλώσσα, σκέψη, τέχνη και ποίηση, μια πρωτόγονη συνείδηση και έκφραση συναισθημάτων, πραγματικότητες παντελώς ξένες σε αυτό που είμαστε εμείς σήμερα. Συνεχίζει η Βιρτζίνια Γουλφ: «Ωστόσο, δεν είναι επειδή μέσα από τα έργα αυτά μπορούμε να αναλύσουμε συναισθήματα που μας εντυπωσιάζουν. Σε έξι σελίδες του Προυστ μπορούμε να βρούμε μεγαλύτερη ποικιλία συναισθημάτων, πιο περίπλοκων απ’ ό,τι σε ολόκληρη την «Ηλέκτρα». Στην «Ηλέκτρα» όμως ή στην «Αντιγόνη» μάς κάνει αίσθηση κάτι διαφορετικό, κάτι ίσως πιο εντυπωσιακό – ο κατεξοχήν ηρωισμός, η ακέραιη πίστη. Παρά τον κόπο και τη δυσκολία να το κατανοήσουμε είναι αυτό ακριβώς που στρέφει ξανά και ξανά την προσοχή μας στους Έλληνες. Εκεί βρίσκεται το σταθερό, το αμετάβλητο, το αυθεντικό ανθρώπινο ον. Χρειάζονται βίαια συναισθήματα για να ωθήσουν τον άνθρωπο στη δράση. Αλλά όταν η Αντιγόνη, ο Αίας και η Ηλέκτρα ταράζονται σε τέτοιο βαθμό από τον θάνατο, την προδοσία ή από κάποια άλλη αρχέγονη συμφορά, συμπεριφέρονται όχι μόνο όπως θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε εμείς, όταν δεχόμαστε παρόμοια πλήγματα, αλλά και όπως συμπεριφέρονταν ανέκαθεν όλοι οι άνθρωποι. Έτσι τους κατανοούμε πιο εύκολα και πιο άμεσα από ό,τι κατανοούμε τους χαρακτήρες στις «Ιστορίες του Καντέρμπουρι». Στους Αρχαίους έχουμε τα πρωτότυπα, στον Chaucer βρίσκουμε τις ποικιλίες του ανθρώπινου είδους». Με άλλα λόγια, η επαφή μας με τους Αρχαίους δεν μας κάνει πιο «πολιτισμένους», αλλά πιο άγριους, πιο πρωτόγονους. Μας πλησιάζει σε μια κατάσταση της ανθρώπινης κοινωνίας που δεν ήξερε ακόμη να υποκρίνεται και να αυτολογοκρίνεται, που δεν είχε μάθει να κρύβει τα συναισθήματά της προκειμένου να γίνει αποδεκτή από την όποια κοινωνική ή πολιτική ορθότητα. Η γλώσσα των Αρχαίων μοιράζεται τα ίδια χαρακτηριστικά με την κοινωνία τους: δεν εκφράζει τον άνθρωπο στο πρώιμο στάδιο του Δυτικού πολιτισμού, αλλά τον άνθρωπο γυμνό από κάθε πολιτισμό, στην ωμότητα και την αυθεντικότητα των παθών του.

Όποιος μελετά τα αρχαία ελληνικά δεν μαθαίνει αρχαία ελληνικά. Η τριβή και η επίπονη ενασχόληση με τα αρχαία κείμενα δεν του μαθαίνει τη «γλώσσα» τους. Αντίθετα του καθιστά σαφές ότι ούτε γνωρίζει, ούτε και πρόκειται ποτέ να μάθει τη γλώσσα των Αρχαίων συγγραφέων, ποιητών, φιλοσόφων. Όποιος πραγματικά μελετά αρχαίες γλώσσες δεν επαίρεται ότι έχει γίνει συνέστιος των Αρχαίων. Αντίθετα αντιλαμβάνεται την απόσταση που τον χωρίζει από εκείνους. Μελετάμε αρχαία όχι για να αποκτήσουμε εγγύτητα με τους Αρχαίους, αλλά για να αντιληφθούμε το χάος που μας χωρίζει από αυτούς. Η κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων γλωσσών, όπως συνέβη στο Princeton, καταδικάζει τις επερχόμενες γενεές λογίων να μελετούν τα κείμενα σε μια σύγχρονη γλώσσα, οικεία και καθημερινή. Στον βαθμό που μόνο η αρχαιογνωσία οδηγεί στην πολιτισμική και ηθική αποστασιοποίηση από τους Αρχαίους, η απουσία της ωθεί τα δυτικά έθνη να θεωρούν τους Αρχαίους ένα είδος σύγχρονων προγόνων τους και να επαίρονται για κάτι που σίγουρα δεν αξίζουν.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση