Ελένη Ξένου
Εξωτερικά είναι διαφορετικός από εκείνους της νοσταλγίας μου. Το ίδιο και το εσωτερικό του. Αυτό, ωστόσο, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει πως διαθέτει μια τηλεφωνική συσκευή που μοιάζει με τις παλιές: βαριά, στιβαρή, μεταλλική, με εκείνη τη σχισμή όπου κάποτε τοποθετούσαμε τις τηλεκάρτες. Το ακουστικό της είναι μεγάλο και καμπυλωτό και ενώνεται με τη συσκευή με το κλασικό χοντρό, σπειροειδές καλώδιο.
Μυρωδιά αχνιστού καφέ, αυλής μετά την καταιγίδα και υγρασίας πάνω σε φύλλα λεβάντας. Η πόλη ακόμα μισοάδεια και ο ουρανός διάφανος. Και αυτό βασικά που θέλω να περιγράψω είναι τη συνθήκη που με ωθεί να νιώσω το σπίτι σαν φωλιά και να χωθώ μέσα του για να αισθανθώ τη γενναιοδωρία της παρούσας στιγμής. Που πάει να πει να απλώσω στον σιδερένιο καναπέ της αυλής μου, που μοιάζει με τα παλιά κρεβάτια των γιαγιάδων —τότε που ο κόσμος της Κύπρου κοιμότανε έξω τα καλοκαίρια και ράντιζε συνειδητό και υποσυνείδητο με πεφταστέρια— και έτσι, κρυμμένη κάτω από μια βουκαμβίλια που μεγαλώνει με το λεπτό, να διακτινιστώ στον κόσμο που πλάθει η Όλγκα Τοκάρτσουκ στο βιβλίο της Εμπούσιον.