«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Hταν άνοιξη του ’41. Hμουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Τον περίμενα. Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας, μπλέχτηκα μες στον κόσμο κι όπως περνούσαν οι φαντάροι τούς κοίταζα μέσα στα μάτια. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου; Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. “Μπαμπά!” φώναξα.